Κι όμως, την αγαπώ ακόμα… [Part 9]

Μεγάλοι έρωτες…

Μεγάλοι έρωτες…

Την ίδια στιγμή που αυτά συμβαίνουν στο εστιατόριο, στο γραφείο του Μαϊκλ κάτι περίεργο συμβαίνει. Βρίσκετε βυθισμένος στην πολυθρόνα του, με το βλέμμα καρφωμένο έξω από την τζαμαρία. Είναι λες και έχει αδειάσει το κεφάλι του από προβλήματα και σκέψεις και απλά κοιτά ατάραχος και αδιάφορος τη ζωή να εξελίσσεται στην πόλη. Είναι όμως αυτή η πραγματικότητα; Σίγουρα όχι.

Στην περίπτωση του μιλάμε για έναν άνθρωπο που πάντα το μυαλό βρισκόταν σε εγρήγορση, ακόμα και αν δεν είχε κάτι προσωπικό να τον απασχολεί, θα προσπαθούσε να βρει λύσεις για τα προβλήματα φίλων.

Ο Μαϊκλ θα έλεγε κανείς, ανέτρεψε τον ίδιο του τον εαυτό μέσα σε λιγότερο από 24 ώρες. Πάντοτε, είτε σε επίπεδο σχέσεων, είτε σε επίπεδο επαγγελματικό, λειτουργούσε με σταθερά βήματα, αργά, ζυγισμένα. Ποτέ δεν έπαιρνε αποφάσεις εν θερμό, ποτέ δεν λειτουργούσε με βάση το συναίσθημα, αλλά πάντα με την λογική. Είναι φανερό λοιπόν, ότι η Έμιλη προκάλεσε σύγχυση στον κόσμο του και έβγαλε σε αχρηστία όλους τους αμυντικούς μηχανισμούς του. Ο λόγος που είναι τόσο ήρεμος και γαλήνιος είναι γιατί ξαναζεί με τη φαντασία του εκείνη τη στιγμή στο αυτοκίνητο. Θυμάται τα υπέροχα μάτια της, το γλυκό της πρόσωπο να λάμπει λίγο πριν τα χείλη τους γίνουν ένα.

Το κείμενο αυτό είναι μια ιστορία
σε εξέλιξη. Για να διαβάσετε τα
άλλα κομμάτια κάντε κλικ
στο αντίστοιχο νούμερο:
[1] [2] [3] [4] [5] [6] [7] [8] [9] [10]
[11] [12] [13] [14] [15] [16] [17]
[18] [19] [20] [21] [22]
[23] [24] [25] [26] [27]
[28] [29] [30] [31]

Ξαφνικά, η έκφραση στο πρόσωπό του αλλάζει. Μια μεγάλη, βαθιά θλίψη, σκεπάζει τα μάτια του. Η Απόλυτη ησυχία του γραφείου σπάει από μια φράση που βγαίνει απ τα χείλη του, με φωνή χρωματισμένη από την συναισθηματική του φόρτιση.
«Τώρα σε καταλαβαίνω φίλε μου Λούις»
Ακούγετε να λέει καθώς ένα δάκρυ εμφανίζεται στα μάτια του.

Ο Λούις ήταν ένας αδερφικός φίλος του. Ήταν ερωτευμένος με μια κοπέλα, τόσο βαθιά, τόσο πολύ, που έλεγε πάντα στο Μαϊκλ πως δεν μπορεί να κοιμηθεί τα βράδια, γιατί ήταν σίγουρος, κανένα όνειρο δε θα μπορούσε να είναι ομορφότερο από την ανάμνηση της στο μυαλό του.
Δυστυχώς όμως ήταν, ίσως και ο μόνος άνθρωπος, που ο Μαϊκλ δεν μπόρεσε να βοηθήσει. Όταν έμαθε ότι η κοπέλα του τον απατά, υπηρετούσε στο στρατό και χωρίς να μιλήσει σε κανένα, ένα βράδυ έβαλε τέλος στη ζωή του, με μια σφαίρα στον κρόταφο. Ο Μαϊκλ ποτέ δε συγχώρεσε τον εαυτό του για αυτό που συνέβη, ένιωθε πάντα ότι έπρεπε να το είχε δει, έπρεπε να είχε βοηθήσει το φίλο του.

Με τις αναμνήσεις να τον έχουν κυριεύει, το μάτι του πέφτει στη φωτογραφεία του πατέρα του, πάνω στο γραφείο. Με μιας το μυαλό του κατακλύζεται από συμβουλές και σοφίες, που όλα αυτά τα χρόνια προσπαθούσε να του περάσει. Σε μια αναλαμπή της λογικής και του μυαλού του, ο Μαϊκλ σκουπίζει το δάκρυ από το πρόσωπο του και σηκώνει το τηλέφωνο καλώντας ένα νούμερο.
Ο πατέρας του ήταν πολύ ισχυρός άνθρωπος με γνωριμίες σε όλα τα επίπεδα. Ένα πράγμα λοιπόν, που είχε μάθει ο Μαϊκλ από εκείνον, ήταν ότι ποτέ μην κάνεις δουλειές με κάποιον αν δεν ψάξεις το παρελθόν του και όλα του τα μυστικά.

- Ναι κύριε Σμίθ; Ναι ο Μαϊκλ είμαι χρειάζομαι άμεσα ένα «έλεγχο». Ονομάζεται Νικ ******** . Ναι αυτός! Πότε θα έχω τον πλήρη φάκελο; Σε δύο μέρες; Οκ ευχαριστώ πολύ!

Έχουν περάσει μερικές ώρες από αυτό το τηλεφώνημα καθώς ετοιμάζεται να φύγει από το γραφείο χτυπά το κινητό του. Είναι εκείνη!

- Μαϊκλ σώσε με, σε παρακαλώ, καλύψαμε θα με σκοτώσει!
Αυτά είναι τα πρώτα λόγια που ακούει ο Μαϊκλ από το τηλέφωνο.
– Ηρέμισε τι λες; Τι τρέχει;
– Ο αδερφός μου γύρισε σπίτι νωρίτερα από το κανονικό και εγώ είχα βγει για καφέ με μια φίλη μου που δεν την εγκρίνει. Με πήρε τηλέφωνο, και του είπα πως πέρασα από εκεί για να σε δω. Θα σε πάρει τηλέφωνο σίγουρα, σε παρακαλώ πες του ότι ήμουν εκεί,  σε ικετεύω!
– Καλά, καλά ηρέμισε θα του το πω. Θα βρεθούμε απόψε;
– Απόψε αποκλείεται δεν μπορώ θα είναι σπίτι ο αδερφός μου.
– ΟΚ, θα τα πούμε αύριο. Φιλάκια μωρό μου
– Φιλάκια.

Με το που κλείνει το τηλέφωνο ο Μαϊκλ χτυπάει ξανά, αυτή τη φορά είναι ο Νικ.
– Έλα Μαϊκλ συγνώμη αν σε ενοχλώ θέλω να σε ρωτήσω κάτι
– Πες μου φίλε ότι θες.
– Πέρασε από εκεί η αδερφή μου;
– Ε ναι πέρασε να τα πούμε και να πιούμε ένα καφέ, γιατί τρέχει τίποτα;
– Όχι, όχι τίποτα. Ευχαριστώ! Τα λέμε.

Ο Μαϊκλ κλειδώνοντας το γραφείο για να φύγει αναρωτιέται τι ήταν όλο αυτό που μόλις έγινε. Ξέρει βέβαια για την υστερία που έχει ο Νικ για την αδερφή του και έτσι αποδίδει το όλο θέμα σε αυτό. Αλλά και κάτι άλλο φαίνετε να τον απασχολεί, σαν κάτι να έχει ξεχάσει να πάρει από το γραφείο, κάτι να έπρεπε να κάνει και δεν το έκανε. Ξανά μπαίνει στο γραφείο μήπως το θυμηθεί. Τίποτα, μονάχα το συναίσθημα ότι κάτι ξεχνά, τίποτα δεν έρχεται στο μυαλό του.

Έχει πια νυχτώσει για τα καλά όταν έξω από το εστιατόριο «ουτοπία» εμφανίζεται ένα ταξί και από μέσα κατεβαίνει ο Ρόμπερτ. Η Κέλη θα τον περίμενε μέσα όπως είχαν συμφωνήσει και στο τηλέφωνο. Μπαίνοντας στο μαγαζί το Ρόμπερτ σαστίζει για λίγο, δεν είχε ξανά έρθει σε αυτό το μαγαζί από τότε που το ανακαίνισαν. Ήταν πραγματικά υπέροχο. Με χαμηλό φωτισμό το περισσότερο φώς προερχόταν από τα κεριά στα τραπέζια. Τα χρώματα, σε έπιπλα και ταπετσαρία, ζεστά, ερωτικά, με κυρίαρχο χρώμα παντού το κόκκινο. Ένα τέτοιο περιβάλλον φαντάζει ιδανικό για να δεθούν συναισθηματικά δυο άνθρωποι. Καθώς λοιπόν προχωρά στο εσωτερικό του μαγαζιού και κατευθυνόμενος προς το βάθος όπου έχει εντοπίσει το τραπέζι που κάθετε η Κέλη, μια σκέψη είναι έντονα αποτυπωμένη στο μυαλό του.
«Στο πρώτο μας ραντεβού εδώ θα φέρω τη Νάντια, θα τρελαθεί σίγουρα».

Προχωρώντας στο διάδρομο και φτάνοντας πια στο τραπέζι, η Κέλη σηκώνεται να τον υποδεχθεί. Ήταν σαν νεράιδα όμορφη, γλυκιά, με μια μοναδική λάμψη στο πρόσωπο της, που προέκυπτε από τη σιγουριά ότι είχε βρει επιτέλους, στο πρόσωπο του Ρόμπερτ, τον έρωτα και την πραγματική ευτυχία.

- εεε….. κα-καλησπέρα!
Καταφέρνει να ψελλίσει ο Ρόμπερτ που βλέπει μια υπέροχη γυναίκα να τον υποδέχεται. Δεν μπορούσε ούτε ο ίδιος να φανταστεί ότι ήταν τόσο υπέροχη.
– Καλησπέρα,
Aπαντά εκείνη χαμηλώνοντας το βλέμμα της, με τρόπο τέτοιο, που θα έλεγε κανείς πως η φύση έχει σχεδιάσει για ένα και μόνο σκοπό. Να μπορεί η γυναίκα να σαγηνεύει οποιοδήποτε αρσενικό.

Ο Ρόμπερτ είναι πια μαγεμένος, συνεπαρμένος, ίσως από το περιβάλλον, ίσως από την εμφάνιση της, ίσως γιατί και εκείνος έχει την ανάγκη να τον αγαπούν. Η βραδιά προχωρά και ο Ρόμπερτ βρίσκεται σε κατάσταση έκστασης. Φαντάζεται ότι βρίσκεται εκεί με την Νάντια και συνεπαρμένος αρχίζει να μιλά, να μιλά ακατάπαυστα, με λόγια που θα μπορούσε να ξεστομίσει μονάχα ένας μεγάλος ερωτευμένος ποιητής. Η καημένη η Κέλη είναι πραγματικά αδύνατον να αντισταθεί σε αυτό τον καταιγισμό κομπλιμέντων και όμορφων εκφράσεων. Πως θα μπορούσε να φανταστεί, ότι ο Ρόμπερτ όλα αυτά που λέει, τα λέει έχοντας στο μυαλό του την Νάντια, και όχι εκείνη.

Πίσω στο σπίτι του, ο Μαϊκλ, ακόμα βασανίζεται να θυμηθεί τι είναι αυτό που ξέχασε. Είναι πια σίγουρος κάτι σημαντικό ήταν. Την ίδια στιγμή, ο Νικ και η αδερφή του, έχουν μόλις τελειώσει το φαγητό και συζητάνε στο σαλόνι του σπιτιού.

- Στου Μαϊκλ πήγες το απόγευμα;
– Ναι δε στο είπα; Γιατί δεν με πιστεύεις πάλι; Πάρτον αν θες τηλέφωνο αμάν πια!
– Καλά, καλά σταμάτα! Και για πότε κανονίσατε;
– Ε;
– Λέω, για πότε κανονίσατε να ξεκινήσεις;
– Τι να ξεκινήσω; Μεθυσμένος είσαι παιδί μου;

Μαϊκλ: ΑΜΑΝ!!! ξέχασα να της πω για τη δουλειά!!!

- Συνεχίζεται… [Κλικ Εδώ]


VN:F [1.9.22_1171]
Σας άρεσε αυτό που διαβάσατε; Με πόσα αστέρια το βαθμολογείτε;
Rating: 9.8/10 (5 votes cast)
VN:F [1.9.22_1171]
Rating: +4 (from 4 votes)
Κι όμως, την αγαπώ ακόμα... [Part 9] , 9.8 out of 10 based on 5 ratings
Be Sociable, Share!

Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Copyright © 2016 GTM All rights reserved.
desk-mess-mirrored v

web analytics