Κι όμως, την αγαπώ ακόμα… [Part 22]

Μεγάλοι έρωτες…

Μεγάλοι έρωτες…

Η ώρα είναι 1:30, όταν ο Νικ φτάνει στο διαμέρισμα της Νάντιας που του εξηγεί το παιχνιδάκι που έπαιξε με το Ρόμπερτ. Όταν το ακούει αυτό ο Νικ γίνεται έξαλλος.

- Τι έκανες ηλίθια!
– Τι έπαθες τώρα;
– Ο Ρόμπερτ κάνει δουλειά για μένα και τον κάνεις έξαλλο εναντίον μου; Δεν μου έφταναν όλα τα άλλα, θα έχω και αυτό τώρα στο κεφάλι μου. Αν μου χαλάσεις τη δουλειά, βρες τρύπα να κρυφτείς ηλίθια!
– Τι θες δηλαδή να κάνω; Να του κάτσω;
– Να του κάτσεις, τον παντρευτείς, ΔΕΝ ΜΕ ΝΟΙΑΖΕΙ! Αρκεί να τον έχεις ευχαριστημένο και ευτυχισμένο!
– Μωρό μου, έλα ηρέμισε, θα κάνω ότι θέλεις, αλλά έλα κοντά μου, μην μου θυμώνεις.
– Φτιάξε πρώτα τη μαλακιά που έκανες, μετά βλέπουμε, ηλίθια!


Το κείμενο αυτό είναι μια ιστορία
σε εξέλιξη. Για να διαβάσετε τα
άλλα κομμάτια κάντε κλικ
στο αντίστοιχο νούμερο:
[1] [2] [3] [4] [5] [6] [7] [8] [9] [10]
[11] [12] [13] [14] [15] [16] [17]
[18] [19] [20] [21] [22]
[23] [24] [25] [26] [27]
[28] [29] [30] [31]

Με τη φράση αυτή ο Νικ πάει προς την πόρτα, η Νάντια βλέποντας τον να φεύγει πέφτει στο πάτωμα και πιάνοντας τον από το πόδι, προσπαθεί να τον κρατήσει να μην φύγει.

- Που πας; Μη φεύγεις, σε παρακαλώ! Μην με αφήνεις μόνη απόψε!

Στην προσπάθεια του να αποδεσμεύσει το πόδι του, την χτυπά στο πρόσωπο με το παπούτσι του, κάτι που δεν δείχνει να τον συγκινεί ιδιαίτερα. Με το χτύπημα η Νάντια χαλαρώνει τα χέρια της, έτσι ο Νικ βρίσκει την ευκαιρία και φεύγει κλείνοντας την πόρτα πίσω του με δύναμη.

Εκείνη είναι με το πρόσωπο στο πάτωμα, καθώς σηκώνεται, τα χίλια της είναι ματωμένα από το χτύπημα και τα μάτια της βουρκωμένα. Βουρκωμένα, όχι από τον πόνο που της προκάλεσε το χτύπημα, αλλά από τον τρόπο που της μίλησε και το γεγονός ότι έφυγε από κοντά της. Πάνε πολλά χρόνια από τότε που κάποιος άντρας τόλμησε, να της πει όχι ή να της συμπεριφερθεί άσχημα. Πάντα έπαιρνε αυτό που ήθελε, αυτό που τώρα συμβαίνει, είναι πρωτόγνωρο για εκείνη.

Την ίδια ώρα που αυτά συμβαίνουν στο διαμέρισμα της Νάντιας, στο δωμάτιο του ξενοδοχείου της, η Κέλη είναι βουρκωμένη, νιώθοντας ενοχές για το βραδινό ποτό με τον Πίτερ. Αισθάνεται σαν να πρόδωσε τον καλό της, το μόνο ελαφρυντικό που δίνει στον εαυτό της, ήταν η συμπεριφορά του, αλλά και αυτό, με το πέρασμα της ώρας, φαντάζει τόσο λίγο για να πάρει από πάνω της ενοχές και τύψεις. Ξαφνικά, ο ήχος από μήνυμα στο κινητό σπάει τη μοναξιά του δωματίου.

«Αχ, το μωρό μου, μου έστειλε μήνυμα!»

Ένα γλυκό χαμόγελο σχηματίζεται στο πρόσωπο της, κάνοντας ακόμα και τα βουρκωμένα μάτια της να λάμπουν. Καθώς διαβάζει το μήνυμα, το κινητό της πέφτει από τα χέρια.

«Λυπάμαι αλλά πρέπει να μάθεις κάτι, η καρδιά μου είναι δοσμένη σε μια άλλη γυναίκα, νιώθω ότι σε κοροϊδεύω,  δεν αντέχω άλλο, θέλω να χωρίσουμε. Ξέρω ότι αυτός δεν είναι τρόπος για να χωρίζεις, όμως δεν αντέχω να σε δω στα μάτια και να στο πω. Συγνώμη»

Τα χέρια της τρέμουν, δεν κάνει καν κίνηση να πιάσει το κινητό από το πάτωμα. Στο πρόσωπο της, τη θέση του χαμόγελου και της λάμψης που υπήρχε πριν από μερικά δευτερόλεπτα, έχει πάρει τώρα η θλίψη, τα βουρκωμένα μάτια της δεν μπορούν να συγκρατήσουν τα δάκρυα της. Πέφτοντας με το πρόσωπο στο μαξιλάρι, με φωνή που βγαίνει με δυσκολία από το κλάμα, αρχίζει να παραμιλά.

- Γιατί; Γιατί; Τι έκανα πάλι λάθος; Η τιμωρία μου είναι αυτή; Επειδή παρασύρθηκα από ένα ποτό; Αυτό είναι θεέ μου; Γιατί με εκδικείσαι; Τι σου έκανα; Τι σου ζήτησα; Έναν άνθρωπο να μου πει σ’ αγαπώ και να το εννοεί! Δε σου ζήτησα τίποτα άλλο! Γιατί; Γιατί;! Τι έχω κάνει; Τι έχω κάνει και δεν αξίζω να είμαι έστω και για λίγο ευτυχισμένη;

Έτσι κυλούν τα λεπτά, οι ώρες και το ρολόι τώρα δείχνει 7:30. Τα μάτια της είναι κόκκινα από το κλάμα, σε λίγο θα πρέπει να ετοιμαστεί για να βρεθεί στο δικαστήριο, ξέρει ότι δεν είναι δυνατόν να εμφανιστεί έτσι μπροστά στους συνεργάτες της, οπότε πιάνει το τηλέφωνο, που ήταν ακόμα στο πάτωμα από το προηγούμενο βράδυ και καλεί τον Πίτερ.

- Πίτερ καλημέρα.
– Καλημέρα Κέλη, δεν σε ακούω καλά, τι έχεις;
– Είμαι λίγο αδιάθετη, δεν θα μπορέσω να έρθω στο δικαστήριο σήμερα
– Δεν πειράζει, έτσι κι αλλιώς δεν χρειάζεσαι σήμερα εκεί, μα εγώ σε ακούω πολύ χάλια, σίγουρα είσαι καλά; Θέλεις μήπως να περάσω από εκεί; μήπως χρειάζεσαι κάτι;
– Όχι, όχι, μην ανησυχείς, αν χρειαστώ κάτι θα ενημερώσω, ευχαριστώ για το ενδιαφέρον πάντως.
– Μα τι λες τώρα; πάντα ενδιαφέρομαι για σένα, το ξέρεις νομίζω.
– Το ξέρω και σε ευχαριστώ πολύ.

Κλείνοντας το τηλέφωνο και για πρώτη φορά από τη στιγμή που διάβασε το μήνυμα, νιώθει κάπως καλύτερα. Ήταν αυτή η γλυκιά φωνή του Πίτερ, που έδειξε τόσο ζεστό ενδιαφέρον για εκείνη, ενδιαφέρον που σίγουρα έχει ανάγκη αυτή την ώρα.

Κοντεύει μεσημέρι, όταν ο Μαϊκλ με την Έμιλη παρκάρουν το αυτοκίνητο στο γκαράζ του κτιρίου που βρίσκεται το γραφείο του. Έχουν μόλις επιστρέψει από το ταξίδι και δείχνουν ξενυχτισμένοι και ελαφρός ταλαιπωρημένοι. Πώς να μην είναι άλλωστε, αφού πέρασαν το βράδυ τους κάνοντας έρωτα μέχρι το πρωί και αν εξαιρέσει κανείς εκείνο το μικρό ξέσπασμα της Έμιλη, θα έλεγε κανείς ότι έκαναν ένα ονειρεμένο ταξίδι. Αφηρημένοι  και συνεπαρμένοι όπως είναι από το ταξίδι, ανοίγουν την πόρτα του ασανσέρ, που μόλις έχει σταματήσει στον όροφο του γραφείου, πιασμένοι από το χέρι, σαν ερωτευμένο ζευγαράκι. Ανοίγοντας η πόρτα, ο Μαϊκλ βλέπει μπροστά του τον Ντετέκτιβ Άντερσον και τον υπαστυνόμο Λέτοφ.

- Α, κ. Μίλλερ καλημέρα σας, εσάς έψαχνα από το πρωί.
– Καλημέρα σας κ. Άντερσον
– Η κυρία;
– Δεσποινίς παρακαλώ! Το όνομα μου είναι Έμιλη Τέιλορ.
– Με συγχωρείτε δεσποινίς, Ντετέκτιβ Άντερσον, από εδώ ο υπαστυνόμος Λέτοφ. Μα είπατε Τέιλορ; Έχετε καμιά συγγένεια με τον Νικ Τέιλορ;
– Φυσικά, είναι αδερφός μου.
– Δεν περνάμε στο γραφείο μου; Να μην είμαστε στο διάδρομο;
– Ναι έχετε δίκιο κ. Μίλλερ.

Καθώς προχωράνε προς το γραφείο, είναι εμφανές ότι οι δύο αστυνομικοί δεν περίμεναν να βρουν την αδερφή του Νικ με τον Μαϊκλ σε τρυφερό τετ-α-τετ. Όταν φτάνουν στο γραφείο, η Έμιλη ρωτάει τους δύο αστυνομικούς αν θα ήθελαν καφέ. Εκείνοι απαντούν ότι βιάζονται, οπότε εκείνη ετοιμάζει καφέ για την ίδια και τον Μαϊκλ.

- Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε λίγο ιδιαιτέρως κ. Μίλλερ;
– Παρακαλώ, περάστε στο γραφείο μου.

Κλείνοντας την βαριά ξύλινη πόρτα του γραφείου του, ο Μαϊκλ απευθύνεται στους επισκέπτες του.

- Παρακαλώ, σας ακούω.
– Στην προηγούμενη επίσκεψή που σας είχαμε κάνει, μας είχατε πει, ότι δεν είχατε αναθέσει καμία υπόθεση σας στον Σμίθ.
– Όχι, κάνετε λάθος, σας είχα πει ότι δεν του είχα αναθέσει κάτι σημαντικό.
– Μάλιστα, δηλαδή δεν θεωρείται εσείς σημαντικό την έρευνα για ένα άνθρωπο του υποκόσμου, που σαν αποτέλεσμα είχε το θάνατο ενός εξαίρετου πρώην αστυνομικού!
– Λέτοφ, σε παρακαλώ! Κ. Μίλλερ συχωρέστε τον συνάδελφο μου, είναι λίγο εκνευρισμένος, βλέπετε, χάσαμε ένα δικό μας άνθρωπο.
– Καταλαβαίνω Ντετεκτιβ. Και για εμένα ο Σμίθ δεν ήταν απλά συνεργάτης, αλλά φίλος δικός μου και του πατέρα μου, εδώ και πολλά χρόνια. Δεν μπορώ να καταλάβω όμως σε τι αναφέρεστε κ. Λέτοφ. Εγώ δεν ανέθεσα στον Σμίθ τίποτα που να έχει σχέση με υπόκοσμο ή παρανομία.
– Αναθέσατε στον Σμίθ να κάνει έρευνα για τον Νικ Τέιλορ;
– Ναι, αλλά αυτό τι σχέση μπορεί να έχει;
– Παρακαλώ κ. Μίλλερ αφήστε να κάνουμε εμείς τις ερωτήσεις. Πιο ήταν το αντικείμενο της έρευνας;
– Δεν νομίζω ότι είμαι υποχρεωμένος να απαντήσω σε αυτό! Αλλά για να δείτε ότι δεν έχω τίποτα να κρύψω, σας λέω ότι είχε να κάνει την ανάθεση εκ μέρους του κ. Τέιλορ στο γραφείο μου κάποιων οικονομικών εργασιών.
– Βοηθήστε με λίγο να καταλάβω κ. Μίλλερ, έχετε δεσμό με την αδερφή του, αναθέτεται σε ιδιωτικό αστυνομικό να ερευνήσει για λογαριασμό σας τον Τέιλορ και όλα αυτά, για μια απλή ανάθεση διαχείρισης οικονομικών στοιχείων;
– Πρώτα από όλα, η Έμιλη Τέιλορ είναι γραμματέας μου, τίποτα παραπάνω. Όσο για την έρευνα, είναι στάνταρ διαδικασία για νέους πελάτες, ακόμα και για τους φίλους και ο Νικ Τέιλορ, είναι φίλος μου! Νομίζω ότι τελειώσαμε εδώ, αν έχετε άλλες ερωτήσεις κύριοι να τις απευθύνετε στον δικηγόρο μου.
– Εντάξει, εντάξει κ. Μίλλερ, δεν υπάρχει λόγος να εκνευρίζεστε, ένα λάθος κάναμε γιατί σας είδαμε να βγαίνετε μαζί από το ασανσέρ. Ζητώ συγνώμη αν σας πρόσβαλα. Αντίο σας.

Καθώς φεύγουν από το γραφείο οι δύο αστυνομικοί, η Έμιλη βλέπει τον εκνευρισμό του Μαϊκλ και προσπαθεί να καταλάβει τι γίνεται.

- Αγάπη μου; Τι τρέχει; Τι ήθελαν οι αστυνομικοί;
– Μωρό μου, πρέπει να μάθεις κάτι, δεν γίνεται να μην το μάθεις πλέον.
– Τι τρέχει; με ανησυχείς!
– Ο αδερφός σου μου ζήτησε να κάνω μια δουλειά για εκείνον και εγώ, το κάνω για όλους, έβαλα τον Σμίθ να ψάξει λίγο το παρελθόν του αδερφού σου. Ο Σμίθ κατέληξε νεκρός και τώρα η αστυνομία ξέρει, ότι το τελευταίο πράγμα που ερευνούσε ήταν ο Νικ.
– ΕΒΑΛΕΣ ΝΑ ΨΑΧΝΟΥΝ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΔΕΡΦΟ ΜΟΥ;!

Την ίδια στιγμή που αυτά γίνονται στο γραφείο, στο ασανσέρ οι δυο αστυνομικοί συζητούν.

- Σίγα μην είναι γραμματέας του!
– Κάτι βρομάει εδώ, πάρα πολύ μάλιστα.
– Να δεις που ο Σμίθ βρήκε μεγάλες βρομιές για τον Τέιλορ, ήθελε να τις παραδώσει σε μας και  τον φάγανε μαζί.
– Λες; Τραβηγμένο μου φαίνεται.
– Για την καψούρα ο άνθρωπος κάνει πολλά και για μια τέτοια γυναικάρα ακόμα περισσότερα. Εξάλλου, δεν είδες; μόλις τον στριμώξαμε λιγάκι φώναξε για δικηγόρο.

Την κουβέντα διακόπτει ο ήχος από το κινητό του Άντερσον.

- Παρακαλώ, ποιος είναι;
– Εγώ είμαι άχρηστε μπάτσε! Σου έδωσα μια πληροφορία και ακόμα δεν έχεις κάνει τίποτα!
– Τι ήθελες να κάνω δηλαδή να συλλάβω κάποιον επειδή έλαβα ένα τηλεφώνημα; Δώσε μου κάτι χειροπιαστό.
– Χειροπιαστό θες; Τράβα στο σπίτι του Τέιλορ, στον κήπο του, κάτω από το δέντρο της ανατολικής γωνιάς, έχει θάψει το τσογλάνι τους κάλυκες από τις σφαίρες που έφαγαν το Σμίθ. Σου φτάνουν αυτά; Ε βρωμόμπατσε;

- Συνεχίζεται… [Κλικ Εδώ]

VN:F [1.9.22_1171]
Σας άρεσε αυτό που διαβάσατε; Με πόσα αστέρια το βαθμολογείτε;
Rating: 8.3/10 (7 votes cast)
VN:F [1.9.22_1171]
Rating: +2 (from 2 votes)
Κι όμως, την αγαπώ ακόμα... [Part 22], 8.3 out of 10 based on 7 ratings
Be Sociable, Share!

Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Copyright © 2016 GTM All rights reserved.
desk-mess-mirrored v

web analytics