Κι όμως, την αγαπώ ακόμα… [Part 19]

Μεγάλοι έρωτες…

Μεγάλοι έρωτες…

Η ώρα ήταν 5.30 όταν επέστρεψε η Έμιλη. Ο Μαϊκλ την περίμενε ήδη μέσα στο αυτοκίνητο, στην είσοδο του κτιρίου. Έβαλαν τη μικρή βαλιτσούλα, που κουβαλούσε εκείνη, στο πίσω μέρος και ξεκίνησαν. Δείχνουν  τόσο ευτυχισμένοι, ανέμελοι, είναι η πρώτη φόρα που θα περάσουν τη νύχτα μαζί. Είναι η πρώτη φορά που θα βρίσκονται κάπου, μαζί, χωρίς να χρειάζεται να έχουν όλες τους τις αισθήσεις σε εγρήγορση, από το άγχος μην τους δει κανείς και το μάθει ο αδερφός της. Για εκείνους μοιάζει τόσο μαγικό, όσο ένα επιτυχημένο πρώτο ραντεβού μιας και, για λίγο, δεν θα είναι αναγκασμένοι να ζουν στα κρυφά τον έρωτα τους.

Στη διαδρομή, μιλάνε για διάφορα σοβαρά και μη θέματα, είναι απίστευτο το πόσο πολύ μοιάζουν οι απόψεις τους. Αν αυτός που είπε για πρώτη φορά, ότι υπάρχει το έτερον ήμισυ στους ανθρώπους, είχε κάτι στο μυαλό του, σίγουρα θα ήταν ένα ζευγάρι σαν αυτό. Αναπάντεχα και ενώ έχουν άλλο θέμα συζήτησης,  στο μυαλό του Μαϊκλ, έρχεται ο άντρας με τον οποίο μιλούσε η Έμιλη λίγο πριν μπει στο ταξί.

Το κείμενο αυτό είναι μια ιστορία
σε εξέλιξη. Για να διαβάσετε τα
άλλα κομμάτια κάντε κλικ
στο αντίστοιχο νούμερο:
[1] [2] [3] [4] [5] [6] [7] [8] [9] [10]
[11] [12] [13] [14] [15] [16] [17]
[18] [19] [20] [21] [22]
[23] [24] [25] [26] [27]
[28] [29] [30] [31]

- Αλήθεια μωρό μου, ποιος ήταν αυτός με τον οποίο μιλούσες πριν μπεις στο ταξί;

Η Έμιλη σαστίζει, δείχνει να έχει ταραχθεί πολύ από την ερώτηση, θα έλεγε κανείς ότι δεν είναι ταραχή, αλλά περισσότερο θυμός.

- Ε; τι; Εσύ που ξέρεις τι έκανα πριν μπω στο ταξί; Δε σε πιστεύω, με κατασκοπεύεις;
– Τι είναι αυτά που λες αγάπη μου; Χάζευα στο δρόμο και σε είδα, πως κάνεις έτσι;
– Και έτυχε να δεις εμένα;! από όλο τον κόσμο, πρόσεξες εμένα και το τι έκανα.
– Ναι! Γιατί σ’ αγαπώ και όταν είσαι σε ένα χώρο, έχω μάτια μόνο για σένα!
– Αχ μωρό μου! Συγνώμη, είναι λίγο τεντωμένα τα νεύρα μου σήμερα, με όλα αυτά που έχουν γίνει.
– Δε μου είπες όμως, ποιος ήταν;
– Ε, ο Ρόναλτ ήταν.
– Καλά μωράκι μου, και ποιος είναι αυτός;
– Ένας πολύ καλός φίλος του αδερφού μου. Μάλιστα, είναι από τους λίγους ανθρώπους που εμπιστεύεται. Φαντάσου ότι με αφήνει να βγαίνω μαζί του για καφέ, χωρίς να είναι εκείνος εκεί.
– Α μάλιστα, καλά μωράκι μου. Απλός ήμουν περίεργός, ελπίζω να μην με παρεξήγησες ε;
– Όχι αγάπη μου.

Την ίδια ώρα, στο γυμναστήριο του, ο Νικ είναι στο γραφείο. Έφτασε εκεί πριν 10 λεπτά περίπου και από τότε δεν έχει βγει από εκεί. Στο χώρο με τα βάρη βρίσκονται και γυμνάζονται αρκετά άτομα. Μαζί με αυτούς ο μετρ που συνάντησε εχθές ο Νικ, καθώς και ο υπεύθυνος του γυμναστηρίου ο Ντανιέλ. Ο Νικ, μέσα στο γραφείο, δείχνει πολύ ανήσυχος όταν βλέπει, στα μόνιτορ από τις κάμερες ασφαλείας, το Ρόμπερτ να μπαίνει μέσα. Ο Ρόμπερτ με το που μπαίνει στον κύριο χώρο του γυμναστηρίου, χαιρετώντας από μακριά τους δύο στα βάρη, κατευθύνεται πως το γραφείο. Οι δυο εγκαταλείπουν τις ασκήσεις που κάνουν και με γοργό ρυθμό πάνε προς το γραφείο. Όταν φτάνουν μέσα, ο Ρόμπερτ έχει ήδη αρχίσει την κουβέντα με τον Νικ.

- Παρέδωσα το πακέτο σήμερα το πρωί, δεν υπάρχει λόγος να ανησυχείς, απλά χθες δεν ήμουν καλά, αυτό είναι όλο.
– Τέλος πάντων, την επόμενη φορά αν θες να έχεις και τα δυο σου πόδια την επόμενη, να με ενημερώνεις! Τώρα έχουμε σοβαρότερα προβλήματα να ασχοληθούμε. Ο Σμιθ είναι νεκρός και λογικά οι μπάτσοι θα μας κάτσουν στο σβέρκο για λίγο. Να έχεις το νου σου, να μην σε παρακολουθεί κανείς όπου πηγαίνεις μην έχουμε κανένα παρατράγουδο.
– Ποιος ήταν αυτός Σμιθ;
– Δεν είναι δικιά σου δουλειά! Θα πάρεις το νέο πακέτο τώρα και για λίγο καιρό θα συναντιόμαστε έξω για να παραλαμβάνεις τα νέα πακέτα. Δε θα ξαναέρθεις στο γυμναστήριο μέχρι να ηρεμίσουν τα πράγματα. Δεν έχουν πάρει χαμπάρι ότι κάνεις εσύ τις μεταφορές και έτσι θέλω να μείνει!

Στην κουβέντα εκείνη τι στιγμή, παρεμβαίνει ο Ντάνιελ.

- Ε, αφεντικό έχουμε ένα πρόβλημα. Ο Ρόναλτ δεν ήρθε με την πρωινή πτήση, όπως προβλεπόταν από το σχέδιο.
– ΓΙΑΤΙ; Τι έγινε;!
– Τίποτα, τίποτα σοβαρό. Είδε ύποπτες κινήσεις στο αεροδρόμιο, φοβήθηκε μην του την έχουν στημένη, περίμενε να βεβαιωθεί ότι δεν τρέχει τίποτα και τώρα έρχεται με τη βραδινή πτήση.
– Καλός. Α κάτι ακόμα, ξεφορτώσου και την «προστασία» από το τελευταίο συρτάρι, μην μας κάνουν κανένα ντου, το βρουν και μπλέξουμε.

Ακούγοντας την εντολή του Νικ, ο Ντάνιελ πάει προς το συρτάρι.

- Τι κάνεις ρε Μαλακά εκεί! Τώρα θα το βγάλεις έξω; Με τόσο κόσμο! Ρε που τους βρίσκω όλους τους άχρηστους και τους μαζεύω; μπορεί κάποιος να μου πει;! Το βραδύ ζώο! Το βράδυ να μη σε δει κανείς!

Ο μετρ χαμογελά με αυτά που ακούει, ενώ ο Ρόμπερτ βγάζει ένα σχεδόν πικρό χαμόγελο, κάτι δίνει να τον απασχολεί.

Στην διπλανή πόλη, με την ώρα να είναι σχεδόν 8:00, ο Μαϊκλ με την Έμιλη μόλις έφτασαν στο ξενοδοχείο SunLight. Το SunLight είναι πολύ γνωστό ξενοδοχείο 5 αστέρων, χτισμένο δίπλα στην παραλία, με τέτοιο τρόπο, ώστε όλα τα μπαλκόνια των δωματίων του, να έχουν θέα προς τη θάλασσα. Ο λόγος που είναι τόσο γνωστό, είναι γιατί βρίσκεται στο κέντρο ενός κολπίσκου, σε τέτοια θέση, ώστε όταν δύει ο ήλιος, τα δωμάτια του είναι ακριβώς απέναντι από το ηλιοβασίλεμα. Δημιουργώντας ένα μοναδικό θέμα καθώς ο ήλιος χάνεται μέσα στην θάλασσα. Η Έμιλη, βλέποντας σε ποιο ξενοδοχείο θα μείνουν, αρχίζει να χοροπηδάει από χαρά, παίρνει στην αγκαλιά της τον Μαϊκλ και του δίνει ένα παθιασμένο φιλί.

Στη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου, τους υποδέχονται σαν να τους περίμεναν.

- Το δωμάτιο σας είναι έτοιμο κ. Μίλλερ.
– Πάρα πολύ ωραία. Έμιλη ανέβα με τον γκρουμ στο δωμάτιο, έρχομαι και εγώ, να τακτοποιήσω τα οικονομικά.
– Καλά, όπως θέλεις.
– Ακολουθήστε με δεσποινίς.

Καθώς μπαίνουν στο ασανσέρ, η Έμιλη παρατηρεί ότι ο γκρουμ πατάει το κουμπί για το τελευταίο πάτωμα.

- Ε, νομίζω ότι πάτησες λάθος όροφο.
– Όχι δεσποινίς, μην ανησυχείτε γνωρίζω που πάμε.
– Μα πάτησες τον τελευταίο όροφο.
– Μάλιστα δεσποινίς, ο κ. Μίλλερ έχει ζητήσει την καλύτερη σουίτα του ξενοδοχείου μας.

Η Έμιλη δείχνει σαστισμένη. Όταν μπήκε στο ασανσέρ, ήταν ελαφρός εκνευρισμένη, γιατί την άφησε να ανέβει με τον γκρουμ στο δωμάτιο, αλλά τώρα νιώθει γοητευμένη από το γεγονός ότι ο καλός της Μαϊκλ, έκλεισε την καλύτερη σουίτα για χάρη της. Φτάνοντας πλέον στον τελευταίο όροφο, βγαίνουν από το ασανσέρ και βρίσκονται στην είσοδο της σουίτας. Ο γκρουμ δεν ανοίγει την πόρτα, αλλά απευθύνεται στην Έμιλη.

- Δεσποινίς, υπάρχει μια συγκεκριμένη οδηγία που έχουμε λάβει από τον κ. Μίλλερ. Για να μπείτε στη σουίτα θα πρέπει, αν το επιτρέπεται βέβαια, να σας δέσω τα μάτια με αυτό.

Ο γκρουμ βγάζει από την τσέπη του ένα κατακόκκινο σατέν μαντίλι.

- Θα το βγάλετε μόνο όταν ακούσετε την πόρτα να κλείνει πίσω σας, όταν εγώ θα έχω φύγει από την σουίτα. Διαφορετικά, μας είπε να τον περιμένετε εδώ, χωρίς να μπείτε μέσα.
– Τι χαζομάρες είναι αυτές, δώσε μου το κλειδί.
– Λυπάμαι δεσποινίς, οι εντολές που έχω είναι σαφείς, θέλετε να χάσω τη δουλειά μου;
– Οκ, οκ, ας παίξουμε το παιχνιδάκι του!

Καθώς ο γκρουμ δένει τα μάτια της με το μαντίλι, μια φλόγα μέσα της έχει ανάψει, τι είναι αυτό που έχει σκαρφιστεί ο Μαϊκλ; Γιατί σχεδίασε όλο αυτό το σενάριο; Τι είναι πίσω από την πόρτα, που θα πρέπει να είναι μόνη για να το δει;

Τι στιγμή που αυτά συμβαίνουν στο SunLight, στο γραφείο του, ο Ντετέκτιβ Άντερσον, προσπαθεί να βάλει σε μια σειρά τα κομμάτια, σχετικά με το φόνο του Σμίθ. Διαβάζει ξανά και ξανά τις καταθέσεις των μαρτύρων, τις φωτογραφίες από τον τόπο του εγκλήματος, αλλά τίποτα. Δυστυχώς, τα στοιχεία που έχει στα χέρια του είναι άνευ ουσίας, δεν τον οδηγούν πουθενά. Στην πραγματικότητα το μόνο που έχει, είναι ένας φάκελος με το όνομα Μαϊκλ Μίλλερ, ο oποίος έχει μόνο αποτυπώματα του Σμιθ και δύο τρίχες που βρέθηκαν στο χώρο, πιθανότατα από το δολοφόνο. Ένα τηλεφώνημα έρχεται να ταράξει την αυτοσυγκέντρωση του.


- Ντετέκτιβ Άντερσον, παρακαλώ;
– Άκουσε με προσεκτικά και δεν θα χάσεις!
– Ποιος είσαι; Τι θέλεις;
– Ερευνάς το φόνο του Σμίθ. Επειδή γνωρίζω ότι όλοι οι μπάτσοι είστε άχρηστοι, θα σου δώσω ένα στοιχείο για να βρεις το δολοφόνο σου!
– Σε ακούω!
– Ο φάκελος που είχε στα χέρια του ο Σμίθ, είχε πληροφορίες για τον Νικ Τέιλορ. Πληροφορίες, που αν έπεφταν σε λάθος χέρια, θα κατέστρεφαν πολύ κόσμο!

Πριν ο Ντετέκτιβ προλάβει να ρωτήσει οτιδήποτε άλλο τον άγνωστο, ακούει τη γραμμή να κλείνει. Εκείνη τη στιγμή μπαίνει στο χώρο ο υπαστυνόμος, που μαζί με τον Άντερσον ερευνούν την υπόθεση.

- Έχουμε νέο στοιχείο στην υπόθεση Σμίθ.
– Αλήθεια τι;
– Ο Μίλλερ, είχε βάλει τον Σμίθ να ψάξει για τον Νικ Τέιλορ!
– Το πουλάκι μου, καλά τον κατάλαβα από την αρχή ότι κάτι κρύβει!
– Πρέπει να ξανακάνουμε μια επίσκεψη στον Μιλλερ, να μας πει τι έψαχνε ο Σμίθ, μετά να πάμε και μια βολτούλα από το φίλο μας τον Τέιλορ.

Πίσω στο ξενοδοχείο, ο γκρουμ έχει δέσει τα μάτια της Έμιλη, την έχει βάλει μέσα στο δωμάτιο μαζί με τις βαλίτσες. Εκείνη περιμένει με αγονία να κλείσει η πόρτα.

Περνούν μερικά βασανιστικά δευτερόλεπτα, όταν επιτέλους ακούει την πόρτα να κλείνει, αμέσως βγάζει από τα μάτια της το μαντίλι. Μπροστά της αποκαλύπτεται ένα απίστευτο θέαμα, το καθιστικό στο οποίο βρίσκετε είναι σαν να βγήκε από παραμύθι. Η πλευρά προς τη θάλασσα, είναι χωρίς τοίχο, μονάχα τζάμι, με υπέροχες άσπρες κουρτίνες, η οποίες είναι ανοιχτές, σε ένα σκηνικό τόσο όμορφα στημένο, που φαντάζει η θάλασσα να είναι επέκταση της βεράντας. Μια θάλασσα που έχει αρχίσει να παίρνει χρώμα από τα χρώματα του δειλινού, όπως και το υπόλοιπο δωμάτιο. Ο χώρος είναι στολισμένος παντού, με υπέροχα κατακόκκινα τριαντάφυλλα.

Σαστισμένη όπως είναι από το θέαμα, ξεκινά να κάνει το πρώτο βήμα στο εσωτερικό του δωματίου, τότε μόνο παρατηρεί ότι στα πόδια της υπάρχουν ροδοπέταλα. Κατακόκκινα ροδοπέταλα σχηματίζουν ένα διάδρομο που οδηγεί σε ένα εσωτερικό δωμάτιο, του οποίου η πόρτα είναι κλειστή. Με μια γρήγορη κίνηση της, βγάζει τα παπούτσια της, σαν να μην ήθελε να χαλάσει αυτό το υπέροχο σκηνικό και αρχίζει να περπατά προς την κλειστή πόρτα. Ότι και να είναι πίσω από αυτή την πόρτα, ένα είναι σίγουρο, η καρδιά της πλέον χτυπά τόσο δυνατά, που μπορεί να την ακούσει. Φτάνοντας μπροστά στην πόρτα, πιάνει το πόμολο και κλείνει τα μάτια της, θέλει να δει ξαφνικά τι είναι πίσω από αυτή την πόρτα. Ανοίγοντας την, δεν μπορεί να κρατηθεί και ανοίγει τα μάτια της.

Μπροστά της βρίσκετε μια τεράστια κρεβατοκάμαρα. Και σε αυτό το δωμάτιο η πλευρά προς τη θάλασσα είναι από τζαμαρία. Τα πάντα είναι σε λευκό χρώμα, που όμως δεν δείχνει λευκό πια, καθώς η δύση του ήλιου ήδη έχει αρχίσει και τα πάντα στο δωμάτιο παίρνουν χρώμα από τα χρώματα του δειλινού. Μέσα στο δωμάτιο, υπάρχουν παντού κόκκινα τριαντάφυλλα, κι έτσι τα πάντα δείχνουν μαγικά. Παρατηρώντας λίγο καλύτερα, βλέπει ότι, το μονοπάτι που ακολούθησε μέχρι την πόρτα, οδηγεί τώρα σε ένα το τεράστιο κρεβάτι, που υπάρχει στο κέντρο του δωματίου, πάνω στο οποίο είναι γραμμένο με ροδοπέταλα «σ’ αγαπώ».

Ακίνητη και μαγεμένη από το θέαμα, αισθάνεται ξαφνικά ότι κάποιος βρίσκεται πίσω της και να την παίρνει αγκαλιά. Παραδόξως όμως δεν τρομάζει, γιατί ξέρει ποιος είναι, θα έλεγε κανείς ότι αναγνώρισε την αύρα του. Εκείνος πλησιάζοντας την τόσο, ώστε να νιώθει την ανάσα του στο λαιμό της, λέει ψιθυριστά.

- Σ’ αρέσει αγάπη μου;

- Συνεχίζεται… [Κλικ Εδώ]


VN:F [1.9.22_1171]
Σας άρεσε αυτό που διαβάσατε; Με πόσα αστέρια το βαθμολογείτε;
Rating: 6.6/10 (5 votes cast)
VN:F [1.9.22_1171]
Rating: +3 (from 3 votes)
Κι όμως, την αγαπώ ακόμα... [Part 19], 6.6 out of 10 based on 5 ratings
Be Sociable, Share!

Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Copyright © 2016 GTM All rights reserved.
desk-mess-mirrored v

web analytics