7

Θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο;

Posted by gtm on Jun 14, 2010 in Προβληματισμοί

Θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο;

Αρκετές μέρες τώρα σκέπτομαι, προβληματίζομαι και γενικότερα προσπαθώ να βρω στο κεφάλι μου τις λέξεις που χρειάζομαι για να εκφράσω αυτό που νιώθω μέσα μου.

Η χώρα την οποία αγαπώ και ζω χρεοκόπησε. Όλοι ξαφνικά έγιναν επαναστάτες, όλοι ξαφνικά θέλουν να δουν τους πολιτικούς να καίγονται σε πασσάλους ή να κρέμονται σε κρεμάλες έξω από τη βουλή.

Εγώ από την πλευρά μου δεν είμαι επαναστάτης είμαι ένα ακόμα γρανάζι του συστήματος αλλά έχω ένα μεγάλο πρόβλημα… έχω απορίες και θα ήθελα να τις πω κι εγώ με τι σειρά μου για να μην τις κρατάω μέσα μου και σκάσω.

Ο ίδιος Έλληνας που σήμερα φωνάζει είναι αυτός που όταν ο βουλευτής Α ψήφιζε το νόμο για να μην μπορεί να μπει στη φυλακή υπουργός, τον ξαναψήφισαν και τον ξαναέβαλαν μέσα στη βουλή.

Ο ίδιος Έλληνας που σήμερα φωνάζει είναι αυτός που έψαχνε να βρει να ψηφίσει και να υποστηρίξει το μεγαλύτερο απατεώνα ώστε να μπορέσει αυτός ή το παιδί του να μπει στο δημόσιο και να σωθεί.

Ο ίδιος Έλληνας που σήμερα φωνάζει είναι αυτός που όταν του έλεγαν θα πάρεις επιδότηση για τις καλλιέργειες και τα ζώα σου δήλωνε ψεύτικα στοιχεία και τα χρήματα που έπαιρνε δεν τα επένδυε στη δουλειά του αλλά τα έκανε λουλούδια στα μπουζούκια και όμορφα αυτοκίνητα.

Ο ίδιος Έλληνας που σήμερα φωνάζει είναι αυτός που όταν τον έγραφε τροχονόμος για παράνομη πράξη έτρεχε στο γνωστό του τοπικό άρχοντα να κάνει ότι μπορεί για να μην πληρώσει

Ο ίδιος Έλληνας που σήμερα φωνάζει είναι αυτός που εκνευρίζεται με τους γιατρούς που παίρνουν φακελάκια αλλά αν του πουν να περιμένει στην ουρά βγάζει τα χρήματα από την τσέπη και ρωτά αν μπορεί να γίνει κάτι.

Ο ίδιος Έλληνας που σήμερα φωνάζει είναι αυτός που ήταν περήφανος τόσα χρόνια για το πόσο έξυπνοι είναι οι έλληνες που κοροϊδεύουν το κράτος, τους ευρωπαίους και γενικότερα όλο τον κόσμο.

Ο ίδιος Έλληνας που σήμερα φωνάζει είναι αυτός που επειδή είναι επαναστάτης αγωνιστής κατεβαίνει στις πορείες και διαδηλώνει αλλά αδιαφορεί για τα «παιδιά» που φορούν κράνη κουκούλες έχουν στον ώμο ένα σακίδιο με μολότοφ και με τα σφυράκια τους μαζεύουν μάρμαρα.

Ο ίδιος έλληνας που σήμερα φωνάζει είναι αυτός που…

Καλύτερα να μην πω τίποτα άλλο, το καταλάβατε το νόημα…

Όπως λέει και ένα σοφό ρητό «όλοι θέλουν να αλλάξουν τον κόσμο αλλά κανένας δεν θέλει να αλλάξει τον εαυτό του»

Αλήθεια εσύ τι ακριβώς κάνεις στη ζωή σου;

Μήπως είσαι απ΄ αυτούς που δέχονται να δουλεύουν χωρίς ένσημα οπότε και να μην πληρώνουν εφορία;

Μήπως είσαι απ΄ αυτούς που προσλαμβάνουν μετανάστες μόνο και μόνο γιατί είναι φτηνά εργατικά χέρια χωρίς πολλά πολλά βάσανα;

Μήπως είσαι ένας απ αυτούς που ενώ παίρνουν 750 ευρώ μισθό έχουν στο σπίτι υπολογιστή αξίας 2.500 ευρώ και αυτοκίνητο 50.000 ευρώ παρκαρισμένο στο πεζοδρόμιο και όταν θα έρθει η τράπεζα να τους πάρει και το σπίτι που μένουν θα φταίει το σύστημα;

Μήπως τελικά είσαι ένας από αυτούς που αν βρεθούν σε ένα λεωφορείο θα καθίσουν σε καρέκλα κι ας είναι δίπλα τους μια γιαγιά όρθια;

Τώρα θα μου πεις ΜΑ ΤΙ ΛΕΣ ΡΕ ΚΑΡΑΓΚΙΟΖΗ τι σχέση έχει το ένα με το άλλο.

Όλα έχουν σχέση φίλε/φίλη μου… όλα…

Πριν σαράντα μέρες μια μάνα πνίγηκε στους καπνούς μαζί με το αγέννητο παιδί της γιατί στην Ελλάδα μάθαμε τα τελευταία χρόνια να αδιαφορούμε για τους συνανθρώπους μας και να μας νοιάζει μόνο η πάρτη μας.

Συγνώμη αλλά εγώ δεν μπορώ να το βγάλω από το μυαλό μου. Όσο κι αν θέλω να συνεχίσω δεν μπορώ να γράψω άλλα, μου φαίνονται  όλα τόσο λίγα, τόσο ανούσια.

Θα επανέλθω με δεύτερο κείμενο το υπόσχομαι.

Προτείνω σε όλους εσάς να αφιερώσετε 30 δευτερόλεπτα από το χρόνο σας, να σκεφτείτε, πως θα ήταν η ζωή σας αν ένας δικό σας άνθρωπος, πνιγόταν στους καπνούς για να μπορέσει να νιώσει κάποιος πως κάνει επανάσταση.

Θέλεις να αλλάξεις τον κόσμο; Άλλαξε πρώτα τον εαυτό σου…

VN:F [1.9.22_1171]
Σας άρεσε αυτό που διαβάσατε; Με πόσα αστέρια το βαθμολογείτε;
Rating: 8.9/10 (47 votes cast)
VN:F [1.9.22_1171]
Rating: +8 (from 14 votes)

Tags: , , , , ,

 
2

Πολίτες εναντίων αστυνομικών

Posted by gtm on Oct 30, 2009 in Προβληματισμοί
Πολίτες εναντίων αστυνομικών

Πολίτες εναντίων αστυνομικών

Παλαιότερα μου άρεσε να παρακολουθώ δελτία ειδήσεων, ήθελα να είμαι ενημερωμένος σαν πολίτης, τώρα πλέον δεν τους αντέχω. Την ενημέρωση μου την έχει αναλάβει το internet. Σήμερα λοιπόν, ένιωσα την ανάγκη να σας πω, για τη βλακεία που έχει εξαπλωθεί, όχι στην τηλεόραση, αλλά σε μας τους απλούς πολίτες.

Έγινε μια επίθεση κατά αστυνομικών, από την οποία άνθρωποι κατέληξαν στο νοσοκομείο και όπως κάθε φορά που κάτι τέτοιο συμβαίνει, είναι αναμενόμενο στα κανάλια να βλέπουμε κάποιους να λένε με ευκολία «ε αστυνομικός πήγε να γίνει, είναι ένας από τους κινδύνους που διατρέχουν». Δυστυχώς όμως, παρακολουθώντας διάφορα φόρουμ και συζητήσεις, βλέπω ότι και ο απλός κόσμος έχει εμποτιστεί με αυτή την ιδέα.

Δεν μπορείτε να βάλετε το μυαλό σας να σκεφτεί; Δεν μπορείτε για λίγα λεπτά να προβληματιστείτε, πριν αρχίσετε να αναπαράγετε ότι ακούτε από ηλιθίους και κομπάρσους της τηλεόρασης;

Ο ρόλος του αστυνομικού δεν είναι να μαζεύει σφαίρες την ώρα που αλλάζει η βάρδια του! Δεν είναι στρατιώτης στον πόλεμο του ΙΡΑΚ! Με αυτή την νοοτροπία που κουβαλάτε δημιουργείτε αστυνομικούς που θα είναι με το όπλο στα χέρια, που θα βρίσκονται σε ετοιμότητα δευτερολέπτου συνεχώς και τότε, γιατί άνθρωποι είναι και αυτοί και μάλιστα χωρίς την κατάλληλη εκπαίδευση από την υπηρεσία τους, θα ζήσετε κι άλλους θανάτους! Μόνο που αυτή τη φορά, δε θα είναι ο αστυνομικός της γειτονιάς σας, θα είναι το παιδί σας! Θα είναι ο φίλος σας! Θα είναι ο αδερφός σας!

Ο αστυνομικός δεν είναι στρατιώτης σε πόλεμο, είναι όργανο επιβολής του νόμου. Είναι όργανο στην υπηρεσία του κράτους, στη δική σου δηλαδή, για την πρόληψη της εγκληματικότητας. ΟΧΙ αγαπητοί φίλοι, δεν αξίζει λιγότερο η ζωή του αστυνομικού. Ούτε «είναι μέρος της δουλειάς του» την ώρα που αλλάζει βάρδια να δέχεται επίθεση με όπλα και 100 σφαίρες. Δουλειά του είναι να κάνει μια έφοδο κάπου και στην προσπάθεια του να συλλάβει κάποιον εγκληματία να τραυματιστεί, ναι αυτό είναι κίνδυνος από τη δουλειά του!

Αν φτάσουμε τους αστυνομικούς να τρέμουν για τη ζωή τους κάθε ώρα και λεπτό, θα δούμε πολλούς θανάτους και όλοι τότε θα λέμε διάφορα για την αστυνομία, σαν φωστήρες και παντογνώστες.

Δεν είναι όλοι οι αστυνομικοί διεφθαρμένοι και σίγουρα η διαφθορά δεν είναι στα παιδιά που είναι δόκιμοι ακόμα. Αν εσύ που είσαι πολίτης δεν σταθείς δίπλα σε αυτό τον άνθρωπο, αύριο που θα θέλεις να σε προστατεύσει, εσένα και την περιουσία σου, για πες μου γιατί να το κάνει; Α ναι, ξέχασα, γιατί είναι η δουλειά του. Πολύ φοβάμαι όμως ότι, αν δεν του έχεις δημιουργήσει τη ψυχική ανάγκη να προσφέρει, θα κοιτάξει την πάρτη του και εσύ θα καταριέσαι  το κράτος και την ανίκανη αστυνομία!

VN:F [1.9.22_1171]
Σας άρεσε αυτό που διαβάσατε; Με πόσα αστέρια το βαθμολογείτε;
Rating: 7.9/10 (41 votes cast)
VN:F [1.9.22_1171]
Rating: +6 (from 12 votes)

Tags: , , , , , , , , , , , , , , , ,

 
1

Κι όμως, την αγαπώ ακόμα… [Part 32]

Posted by gtm on Jan 3, 2010 in «Κι όμως, την αγαπώ ακόμα...»
Κι όμως, την αγαπώ ακόμα…

Κι όμως, την αγαπώ ακόμα…

Ο Πίτερ δείχνει ασυγκίνητος, με κοφτή φωνή της λέει «Τα στοιχεία μιλάνε για σένα» Εκείνη, πνιγμένη στα δάκρια, κρατά σφιχτά το πόδι του και με μια φωνή που θα έλεγε κανείς έβγαινε από τα βάθη της ψυχής της, του λέει ξανά «Δύο λεπτά, μονάχα δύο λεπτά απ τη ζωή σου, σε ικετεύω»

Εκείνος δεν μπορεί πλέον να αντισταθεί στον πειρασμό και να την ακούσει τι έχει να πει, άλλωστε αυτός ήταν ο λόγος που βρέθηκε στο δωμάτιο της, να ακούσει τη δική της πλευρά. Μαλακώνοντας, ελαφρά, τον τόνο στη φωνή του της λέει «Εντάξει, έχεις ακριβώς δύο λεπτά στη διάθεση σου. Κάθισε!»

Έχοντας πάρει πλέον αυτό που ζητούσε, η Κέλη σηκώνετε και κάθετε ξανά στον καναπέ. Ο Πίτερ, κοιτώντας το ρολόι του, κάθετε κι εκείνος στην πολυθρόνα και καθώς τη βλέπει απέναντι του, να σκουπίζει από το πρόσωπο της τα δάκρυα, η καρδιά του ραγίζει, δεν αντέχει να την βλέπει σε αυτή την κατάσταση. Παρόλα αυτά όμως, βρίσκει τη δύναμη να της πει «Ο χρόνος κυλάει, έχει μονάχα δύο λεπτά»

Το κείμενο αυτό είναι μια ιστορία
σε εξέλιξη. Για να διαβάσετε τα
άλλα κομμάτια κάντε κλικ
στο αντίστοιχο νούμερο:
[1] [2] [3] [4] [5] [6] [7] [8] [9] [10]
[11] [12] [13] [14] [15] [16] [17]
[18] [19] [20] [21] [22]
[23] [24] [25] [26] [27]
[28] [29] [30] [31]

«Ναι το παραδέχομαι! Εγώ είμαι σε αυτές τις φωτογραφίες»
«Είχε κανείς αμφιβολία; Είναι ξεκάθαρο ότι είσαι εσύ»
«Σε παρακαλώ, άκουσε με! Όπως μπορείς να δεις κι εσύ, σε όλες τις αγγελίες είναι μονάχα δύο φωτογραφίες μου! Ναι εγώ είμαι, εγώ τις έχω τραβήξει αλλά όχι για να βάλω αγγελίες, τις είχα στείλει στον δεσμό μου όταν ήρθαμε εδώ, γιατί μου τις ζητούσε επίμονα!»
«Το δεσμό σου; Κι εγώ τι είμαι για σένα; Μια ξεπέτα;»
«Πίτερ σε παρακαλώ! Δε θυμάσαι; Μην μου το κάνεις αυτό»

Τα λόγια με δυσκολία βγαίνουν πλέον από το στόμα της καθώς τα δάκρυα έχουν αρχίσει να τρέχουν ξανά από τα μάτια της.
«Α ναι, χωρίσατε όσο ήσουν εδώ» Ξαφνικά ο Πίτερ αρχίζει να φτιάχνει το πάζλ στο μυαλό του. Η φωνή του πλέον είναι γλυκιά, ζεστή, γεμάτη αγάπη. Δεν ήταν δύσκολο άλλωστε να τη συχωρέσει, μέσα του βαθιά είχε την ελπίδα ότι θα του δώσει μια καλή δικαιολογία.
«Πιστεύεις ότι αυτός;»
«Εκτός αν είμαι διχασμένη προσωπικότητα, δεν μπορώ να φανταστώ κανένα άλλο»
«Να τον πάρεις τηλέφωνο… όχι, όχι δεν γίνεται, αν το κάνεις θα αρνηθεί τα πάντα και θα εξαφανίσει όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να αποτελέσουν αποδείξεις. Πρέπει να βρούμε άλλο τρόπο»
«Ο Μαϊκλ! Ναι, ναι αυτός σίγουρα μπορεί να βοηθήσει! Ο πατέρας του ξέρει καλά τον αρχηγό της αστυνομίας»

Η Κέλη τρέχει προς το τηλέφωνο της και καλεί τον Μαϊκλ.

«Κέλη! Τι ευχάριστη έκπληξη ήταν αυτή;»
«Μακάρι να μπορούσα να πω ότι είναι ευχάριστη αγαπημένε μου φίλε»

Η Κέλη εξηγεί εν συντομία το τι έχει συμβεί και ο Μαϊκλ από την πλευρά του, όπως ήταν φυσικό, της υπόσχετε ότι σε λίγο θα ξέρει αν και πόσο μπορεί να βοηθήσει. Δίνουν ένα τηλεφωνικό ραντεβού σε δύο ώρες και κλείνουν. Ο Μαϊκλ πιάνει το τηλέφωνο για να πάρει τον πατέρα του αλλά πριν προλάβει να κάνει την κλήση μια εισερχόμενη από το Νικ τον διακόπτει.

«Ελά, Νικ καλημέρα»
«Καλημέρα φίλε μου, πριν λίγο μίλησα με την Έμιλη και μου είπε τι έγινε χθες με την αστυνομία. Συγνώμη που σε έμπλεξα έτσι, θα στα εξηγήσω όλα όταν επιστρέψω. Τώρα όμως θέλω ακόμα μια χάρη από εσένα»
«Αμάν ρε Νικ!»
«Άκουσε με ρε Μαϊκλ, δεν είναι τίποτα σοβαρό. Απλός ο Ρόναλτ έχει ένα πρόβλημα με τη μηχανή και θα είναι στο συνεργείο  μέχρι αργά το απόγεμα. Θα ήθελα, αν μπορείς, να φροντίσεις για τις μετακινήσεις της αδερφής μου. Να μείνω ήσυχος;»
«Αυτό ήταν όλο; Σιγά το πράγμα, μείνε ήσυχος, θα το αναλάβω εγώ, άλλωστε θα είμαστε μαζί σχεδόν όλη μέρα για να βρούμε έπιπλα για το σπίτι»
«Α ναι σωστά, το είχα ξεχάσει αυτό. Ωραία φίλε τα λέμε όταν επιστρέψω»

Στο διαμέρισμα του ξενοδοχείου, ο Πίτερ βλέποντας ότι στην ουσία αδίκησε την Κέλη, αφού χωρίς καν να τη ρωτήσει της εκτόξευσε ένα βουνό κατηγορίες κι έχοντας πλέον συναισθήματα ενοχής, την πλησιάζει και προσπαθεί να την αγκαλιάσει. Εκείνη αφήνεται στην αγκαλιά του χωρίς να φέρει καμία αντίσταση και ενώ τα μάτια της δεν έχουν στεγνώσει από το κλάμα, ένα ακόμα δάκρυ ξεπροβάλει και κυλά στο πρόσωπο της καθώς με φωνή που με δυσκολία βγαίνει του λέει «Τα κατέστρεψα όλα, σε παρακαλώ συγχώρεσε με αν μπορείς, δε φανταζόμουν ότι αυτός ο άνθρωπος θα είναι τόσο κακόψυχος»
«Εγώ είναι αυτός που πρέπει να ζητήσω να με συγχωρέσεις, πως μπορεί να μου πέρασε από το μυαλό ότι εσύ είσαι ικανή για κάτι τέτοιο. Βλέπεις το παρελθόν μου…» εκείνη τον σταματά βάζοντας τα δάκτυλά της στο στόμα του και πλησιάζοντας τον τόσο ώστε να νιώθει την ανάσα της στο πρόσωπο του, λέει με ψιθυριστή φωνή «Μην μιλάς, φίλα με, μονάχα φίλα με»

Στο διαμέρισμα του ο Ρόμπερτ μόλις έχει ξυπνήσει και στέλνει ένα μήνυμα να δει αν έχει ξυπνήσει και το μωρό του η Νάντια. Δείχνει να βρίσκεται στην απόλυτη ευτυχία, μπορεί να μην την έχει κάνει ακόμα δική του αλλά και μόνο το γεγονός ότι του δίνει σημασία για αυτόν είναι αρκετό. Χρόνια ερωτευμένος μαζί της είναι η πρώτη φορά που εκείνη του έδωσε τη προσοχή που ζητούσε, χωρίς να γνωρίζει βέβαια ότι όλα αυτά είναι ένα ψέμα, ζει το όνειρο και μέσα του αισθάνεται δικαιωμένος που περίμενε και πάλευε όλα αυτά τα χρόνια.

Η απάντηση δεν έρχεται αλλά εκείνος δε στενοχωριέται καθόλου «θα κοιμάται ακόμα το μικρό μου» σκέπτεται καθώς πηγαίνει στην κουζίνα για να ετοιμάσει ένα καφέ. Η πραγματικότητα όμως είναι διαφορετική, η Νάντια είναι ξύπνια από νωρίς, μάλιστα βρίσκετε σε μια κατάσταση εκνευρισμού, γιατί ο Νικ δεν της έχει στείλει ούτε ένα μήνυμα, ούτε καν έχει δώσει σημεία ζωής. Αυτό για εκείνη είναι πρωτόγνωρο, γενικότερα η συμπεριφορά του απέναντι της δεν είναι κάτι που έχει ξαναζήσει. Είχε μάθει τους άνδρες να είναι παιχνιδάκι στα χέρια της, να εκτελούν πάντα κάθε της επιθυμία με χαρά.

Ο Νικ είναι διαφορετικός, τη μια είναι τρυφερός μαζί της, την άλλη της φέρεται σα σκουπίδι. Είναι κι αυτό που της ζήτησε να κάνει με τον Ρόμπερτ, που σε καμία περίπτωση δεν θα το δεχόταν από άλλον άνδρα, αλλά εκείνος το ζήτησε με τέτοιο τρόπο που δεν μπόρεσε να του πει όχι. Η κατάσταση στην οποία βρίσκετε θα έλεγε κανείς ότι δεν είναι της ερωτευμένης γυναίκας. Είναι περισσότερο του κακομαθημένου κοριτσιού, που κάποιος δεν του κάνει τα χατίρια, εκείνο πεισμώνει και κάνει τα πάντα για να περάσει τελικά το δικό της.
«Μα δε θα ρίξω άλλο τα μούτρα μου! Άμα θέλει ας με πάρει εκείνος».

Καθώς σκέπτεται αυτά και εκνευρισμένη όπως είναι αρπάζει το κινητό και αρχίζει να γράφει ένα μήνυμα στον Ρόμπερτ «Θα ήθελα πολύ να φάμε το μεσημέρι μαζί σπίτι σου». Η Νάντια έχει μάθει στην προσοχή των ανδρών και το κενό που της αφήνει ο Νικ, νιώθει ότι πρέπει κάπως να το αναπληρώσει. Έστω και με το Ρόμπερτ.

Εκείνος από την πλευρά του πετάει στα σύννεφα διαβάζοντας το μήνυμα της. Μες στο μυαλό του αρχίζει ένα όργιο ερωτικών φαντασιώσεων, για το τι θα ακολουθήσει μετά το φαγητό. Της στέλνει ένα μήνυμα για να της πει το οκ και αρχίζει να σχεδιάζει στο μυαλό του τι θα ετοιμάσει για την αγαπημένη του. Πρέπει να είναι όλα τέλεια.

Έχουν περάσει δύο ώρες από τότε που η Κέλη μίλησε με τον Μαϊκλ και τώρα περιμένει με αγωνία το τηλεφώνημα του. Ο Πίτερ, έχοντας μάθει από το Κρίστοφερ ότι κατάφεραν και πήραν την αναβολή μέχρι τη Δευτέρα, είναι περισσότερο ήρεμος και περιμένει κι αυτός τα νέα που θα τους φέρει τηλεφώνημα. Καθώς τα λεπτά κυλούν, η Κέλη κοιτά ξανά και ξανά την οθόνη του κινητού, τη μια για να δει αν έχει σήμα, την άλλη για να δει αν έχει μπαταρία. Όσο ο χρόνος περνά τόσο μεγαλώνει και η αγονία της. Ξαφνικά το τηλέφωνο αρχίζει να χτυπά και πριν καν κοιτάξει ποιος είναι απαντά. «Έλα τι έμαθες»

Στην άλλη άκρη της τηλεφωνικής σύνδεσης είναι όντος ο Μαϊκλ και έχει καλά νέα για τη φίλη του. Μετά από παρέμβαση του πατέρα του, εξασφάλισε την άμεση συνεργασία του τμήματος δίωξης ηλεκτρονικού εγκλήματος, ζητά από την Κέλη να του δώσει τις διευθύνσεις που είναι αναρτημένες οι αγγελίες έτσι ώστε να μπορέσουν να προχωρήσουν τι διαδικασία. Εκείνη, αφού του δίνει όλες της απαραίτητες πληροφορίες, προσπαθεί να μάθει περισσότερα σχετικά με τη διαδικασία.
«Σου είπε πότε θα έχουν αποτελέσματα;»
«Λογικά την Κυριακή θα ξέρουν, εκτός αν… τέλος πάντως άσε να έρθει η Κυριακή και βλέπουμε»

«Μη μιλάς με μισόλογα ρε Μαϊκλ, τι εκτός αν;»
«Ο αστυνομικός διευθυντής, που μίλησα μαζί του, μου είπε ότι αν οι αναρτήσεις έχουν γίνει από internet καφέ το είναι πολύ πιθανό να μην μάθουμε ποτέ ποιος τις έκανε.»
«Θεέ μου! Κι αν, αν τους πω ποιος πιστεύω ότι το έκανε; Δεν μπορεί να γίνει κάτι;»
«Δυστυχώς όχι, εκτός αν τον καλέσουν για να δώσει κατάθεση και από εκεί προκύψουν ενδείξεις. Αλλά όπως μου είπαν, καλύτερα μέχρι να γίνει η πρώτη έρευνα να μη λάβει γνώση ο ύποπτος ότι είναι στα ίχνη του, γιατί υπάρχει κίνδυνος να διαγράψει τα όποια στοιχεία έχουν απομείνει στον υπολογιστή του»
«Πως έμπλεξα έτσι! Πως έμπλεξα έτσι!»
«Έλα, έλα ηρέμισε, ας περιμένουμε μέχρι την Κυριακή και μετά μας πιάνει το άγχος»
«Καλά, εύκολο να το λες. Σε ευχαριστώ πάντως για ότι κάνεις για μένα»
«Μην είσαι χαζή, οι φίλοι για αυτό είναι για τις δύσκολες καταστάσεις»

Κλείνοντας το τηλέφωνο ο Μαϊκλ κατευθύνεται προς την τζαμαρία του γραφείου του και χαζεύει τους περαστικούς είναι η αγαπημένη του ασχολία όταν θέλει να αδειάσει το μυαλό του από σκέψεις και προβλήματα. Με το κινητό τηλέφωνο στο χέρι αντιλαμβάνεται ότι η ώρα έχει φτάσει σχεδόν 11 και η Έμιλη δεν έχει ακόμα πάει στο γραφείο. «Πού να είναι τέτοια ώρα;» αρχίζει να ψάχνει στις επαφές το όνομα της όταν το μάτι του πέφτει σε μια γνωστή εικόνα στο δρόμο έξω από το γραφείο του.

Η Έμιλη πάνω στη γνωστή μηχανή μαζί με τον άγνωστο που εκείνη του είχε πει ότι είναι ο φίλος του Νικ, ο Ρόναλτ. Όμως πως είναι αυτό δυνατό; Ο Νικ πριν 2 ώρες του είχε πει πως ο Ρόναλτ θα είναι όλη μέρα στο συνεργείο. Ποιος είναι αυτός με την αγαπημένη του;

Περιμένοντας την να ανέβει στο γραφείο το μυαλό του πλάθει χιλιάδες σενάρια, κανένα από αυτά δεν είναι κάλο. Όσο περνάνε τα λεπτά στο πρόσωπο του έχει αρχίσει να διαγράφεται ένας έντονος εκνευρισμός. Είναι η Έμιλη άλλη μια γυναίκα που πρόδωσε την αγάπη του; Είναι κι αυτή γυναίκα χωρίς αισθήματα που ήθελε να παίξει μαζί του; Όταν τελικά ανοίγει η πόρτα του γραφείου του, στο μυαλό του μοιάζει σαν να έχει περάσει ένας αιώνας από την στιγμή που την είδε να μπαίνει στο κτήριο.

Συνεχίζεται…

VN:F [1.9.22_1171]
Σας άρεσε αυτό που διαβάσατε; Με πόσα αστέρια το βαθμολογείτε;
Rating: 9.0/10 (15 votes cast)
VN:F [1.9.22_1171]
Rating: +1 (from 3 votes)

Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

 
0

Κι όμως, την αγαπώ ακόμα… [Part 31]

Posted by gtm on Nov 13, 2009 in «Κι όμως, την αγαπώ ακόμα...»
Κι όμως, την αγαπώ ακόμα…

Κι όμως, την αγαπώ ακόμα…

Ο Πίτερ σωριάζεται στον καναπέ, δεν μπορεί να έκανε λάθος, να έπεσε τόσο έξω στην εκτίμηση του για το χαρακτήρα της, είναι δυνατόν; Είναι δυνατόν αυτή η γλυκύτατη ύπαρξη να είναι έτσι; «Για όνομα του θεού φοράει πιζάμες με λαγουδάκια! Αν ήταν έτσι δεν θα έδειχνε κάτι εχθές το βράδυ;» Τις σκέψεις του διακόπτει η φωνή του φίλου και συνεργάτη του.

«Πίτερ! Σύνελθε πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε!»
«Πήγαινε στο δικαστήριο ζήτησε αναβολή μιας μέρα»
«Με ποια δικαιολογία;»
«Δεν ξέρω βρες κάτι, δήλωσε ασθένεια! Κάνε ότι θες! Δε με νοιάζει! Πάρε την αναβολή. Σήμερα είναι Παρασκευή, οπότε έχουμε στη διάθεση μας τρις μέρες για να λύσουμε το πρόβλημα, πρέπει να μιλήσω με την Κέλη, δεν μπορεί να είναι αλήθεια αυτό»
«Πίτερ σε καταλαβαίνω, αλλά σκέψου λογικά! Βλέπεις τις φωτογραφίες, τι άλλο θέλεις!; Όσο σκέπτομαι ότι θέλαμε να την βάλουμε και στο γραφείο σαν συνέταιρο, τρελαίνομαι!»
«Κάνε αυτό που σου είπα, θα βρούμε τη λύση και την αλήθεια»


Το κείμενο αυτό είναι μια ιστορία
σε εξέλιξη. Για να διαβάσετε τα
άλλα κομμάτια κάντε κλικ
στο αντίστοιχο νούμερο:
[1] [2] [3] [4] [5] [6] [7] [8] [9] [10]
[11] [12] [13] [14] [15] [16] [17]
[18] [19] [20] [21] [22]
[23] [24] [25] [26] [27]
[28] [29] [30] [31]

Καθώς ο Κριστοφέρ φεύγει για το δικαστήριο, εκείνος είναι ακόμα στον καναπέ, νιώθει να μην έχει δυνάμεις να μετακινήσει το σώμα του. «Να έπεσα τόσο έξω; Ξανά;» Η σκέψη του ταξιδεύει μερικά χρόνια πριν, όταν είχε νιώσει ξανά το σκίρτημα στην καρδιά του, όταν για πρώτη φορά είδε την αγάπη στα μάτια μιας γυναίκας, τουλάχιστον αυτό νόμιζε τότε.

Άβγαλτος στα μονοπάτια του έρωτα, γοητεύτηκε από τα υπέροχα πράσινα μάτια της Σούζαν. Εκείνη γνώριζε καλά το παιχνίδι, δεν άργησε να καταλάβει τον έρωτα του. Ο Πίτερ έκανε όνειρα, όνειρα που έφταναν μέχρι το κατώφλι της εκκλησίας, όμως λογάριαζε χωρίς τον ξενοδόχο. Η Σούζαν, από την πρώτη τους συνάντηση, είχε στόχο μονάχα ένα πράγμα, τα χρήματα που είχε ο Πίτερ. Τη μέρα που εξαφανίστηκε, χωρίς να αφήσει κανένα ίχνος πίσω της, είχε ήδη καταφέρει να του αποσπάσει 50.000 ευρώ. Κι όμως, εκείνος την έψαχνε για μήνες, όχι για τα χρήματα, απλά γιατί ήθελε να την ξαναδεί. Ήταν έτοιμος να της συγχωρέσει τα πάντα, αρκεί να γύριζε κοντά του, όμως τίποτα δεν ήταν αληθινό, ούτε καν επώνυμο της, έτσι ο Πίτερ έχασε για πάντα τα ίχνη της.

Από τότε άλλαξε, σκλήρυνε, για χρόνια ήταν ο συναισθηματικός εφιάλτης κάθε γυναίκας, το κάθαρμα που έμπαινε στη ζωή των γυναικών μονάχα για το σεχ και τίποτα άλλο. Είχε χτισεί ένα πελώριο κάστρο γύρο από την καρδιά του και καμία γυναίκα δεν μπορούσε να το κλονίσει, μέχρι που ήρθε στη ζωή του η Κέλη. Εκείνη η όμορφη κοπέλα του γραφείου, που λόγο του κανόνα που είχαν θεσπίσει με τον Κρίστοφερ, προσπαθούσε πάντα να μη την βλέπει σαν γυναίκα. Εκείνη όμως τον κέρδιζε μέρα με την μέρα, ώρα με την ώρα, λεπτό με το λεπτό, κάθε κουβέντα της, κάθε κίνηση της, ήταν και μια μικρή ρωγμή στο κάστρο του. Μέχρι που κατέρρευσε και τώρα είναι πάλι στο ίδιο σημείο, απογοητευμένος, προδομένος. Αν την πρώτη φορά ήταν η απειρία του η δικαιολογία, τώρα τι έφταιξε; Μήπως τελικά το πρόβλημα είναι ο ίδιος και όχι οι γυναίκες;

Την ίδια στιγμή ο Μαϊκλ έχει μόλις ξυπνήσει. Στην πραγματικότητα δεν έχει κοιμηθεί καθόλου, μονάχα το τελευταίο μισάωρο κατάφερε ο ύπνος να κερδίσει τις σκέψεις που βασάνιζαν το μυαλό του. Δεν μπορεί να βγάλει από το μυαλό του το πρόσωπό της, όταν μιλούσε για τον Έρικ. Το πάθος, η ένταση, το χρώμα που είχε η φωνή της, έδειχναν έναν άνθρωπο που ακόμα αγαπά και ενδιαφέρεται, κι αυτό, εκείνος, δεν μπορούσε να το αντέξει, την αγαπά τόσο πολύ που η ζήλεια τον τρελαίνει. Κι αν έχει δίκιο ο αδερφός της; Αν ακόμα βλέπει τον Έρικ κρυφά; Αυτός τι ρόλο παίζει στη ζωή της;

Τις σκέψεις του αυτές διακόπτει ένα ζεστό φιλί στο μάγουλο από τα χείλη της, νιώθει την ανάσα της πάνω στο πρόσωπο του. Πριν από τα χθεσινά γεγονότα, αυτό θα ήταν αρκετό να τον κρατήσει με ένα πλατύ χαμόγελο στα χείλη για τουλάχιστον δυο μέρες, τώρα όμως με τα βίας το χαμόγελο εμφανίζεται στο πρόσωπό του. Εκείνη που μπορεί να τον διαβάσει σαν ανοιχτό βιβλίο, αισθάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά

«Μωρό μου τι συμβαίνει;»
«Τι να συμβαίνει; Τίποτα δεν συμβαίνει»
«Αγάπη μου τι έχεις; Αφού σε καταλαβαίνω»
«Άσε με ρε Έμιλη πρωί-πρωί, που με καταλαβαίνεις κιόλας! Λίγα έγιναν εχθές; Κόντεψα να πάω κρατούμενος και χωρίς να ξέρω το γιατί, δεν φτάνει αυτό;»
«Καλά καρδούλα μου, ηρέμισε, δεν είπα τίποτα, σε είδα προβληματισμένο και ρώτησα τι έχεις, αυτό είναι όλο. Μόλις έρθει ο Νικ θα μας εξηγήσει»
«Πρέπει να πάω στο σπίτι να αλλάξω, δεν μπορώ να πάω με αυτά τα ρούχα στο γραφείο»
«Εντάξει μωρό μου, θα τα πούμε εκεί»

Μετά από λίγα λεπτά η Έμιλη είναι μπροστά στη πόρτα και αποχαιρετά τον Μαϊκλ. Όταν εκείνος χάνεται από το οπτικό της πεδίο, βγάζει το κινητό της από την τσέπη και πληκτρολογεί ένα νούμερο, νούμερο που δεν είναι καταχωρημένο στον τηλεφωνικό της κατάλογο, άλλα με την άνεση που το πληκτρολογεί, μπορεί κανείς να καταλάβει ότι το γνωρίζει πάρα πολύ καλά.

«Καλημέρα! Μπορείς να είσαι εδώ σε 10 λεπτά;»
«Ναι θα είμαι. Είσαι καλά; Σε ακούω κάπως ανήσυχη»
ακούγετε να της λέει μια αντρική φωνή από την άλλη πλευρά της γραμμής.
«Δεν έχω τίποτα, απλά φρόντισε να είσαι εδώ στην ώρα σου»

Κλείνοντας το τηλέφωνο ένας αναστεναγμός φεύγει απ’ τα στήθια της, τα μάτια της είναι βουρκωμένα και κλείνοντας την πόρτα πίσω της, ένα δάκρυ δραπετεύει και αρχίζει να κυλά στο μάγουλο της.

Η ώρα είναι 8:00, ο Πίτερ που βρίσκετε ακόμα στον καναπέ βυθισμένος στις σκέψεις του, ξαφνικά με ένα τίναγμα του κεφαλιού προς τα επάνω, σαν να τον χτύπησε ρεύμα με μικρή ισχύ, ακούγετε να ψιθυρίζει «Πρέπει να μάθω γιατί, πρέπει να μάθω» και συγκεντρώνοντας όλες του τις δυνάμεις σηκώνεται και κατευθύνεται προς το δωμάτιο της Κέλη. Περπατώντας στο διάδρομο, το βήμα του γίνετε αργό, σαν να προσπαθεί το σώμα του να τον κρατήσει μακριά απ’ εκείνη. Η καρδιά του χτυπά δυνατά, τα χέρια του έχουν αρχίσει να ιδρώνουν, κρατά τις αγγελίες σφιχτά στα χέρια. Ρίχνει μια τελευταία ματιά στις φωτογραφίες, ίσως επιθυμώντας να πιστοποιήσει ότι είναι πραγματικές, ότι δεν τις φαντάστηκε μέσα από ένα κακό όνειρο, με όσο κουράγιο του έχει απομείνει χτυπά την πόρτα της.

Η Κέλη μη γνωρίζοντας τι έχει ειπωθεί ανάμεσα στον Πίτερ και τον Κριστοφέρ πριν, είναι έτοιμη για το δικαστήριο. Ακούγοντας το χτύπημα στην πόρτα, κατευθύνεται προς αυτή με ένα χαμόγελο που φτάνει μέχρι την ψυχή της. Είναι πολύ μεγάλη μέρα για εκείνη σήμερα. Από τη μια συναισθηματικά, είναι έναν άνθρωπο που νιώθει πως τη σκέπτεται και την φροντίζει, από την άλλη επαγγελματικά, θα παρουσιάσει για πρώτη φορά τη δουλειά της σε δικαστήριο με τηλεοπτική κάλυψη. Η καλύτερη μέρα της ζωής της… μέχρι που ανοίγοντας την πόρτα βλέπει το πρόσωπο του. Αμέσως χάνεται το χαμόγελο της, αντιλαμβάνεται ότι κάτι δεν πάει καλά, για την ακρίβεια κάτι έχει πάει απίστευτα λάθος, δεν τον έχει ξαναδεί ποτέ σε τέτοια κατάσταση.

«Τι τρέχει; Τι έπαθες; Τι σου είπε ο Κριστοφέρ;» ρωτά γεμάτη αγωνία.
«Ας μπούμε μέσα, δεν είναι πράγματα αυτά να τα κουβεντιάζουμε στο διάδρομο» η φωνή του ηχεί αυστηρή, απότομη, εχθρική.
Με την πόρτα να κλείνει, εκείνη περπατά μπροστά από τον Πίτερ και χωρίς να γυρίσει να τον κοιτάξει, απλά κατεβάζοντας ελαφρά το κεφάλι σαν παιδάκι που μόλις πιάστηκε να κάνει αταξία, του λέει με τρεμάμενη φωνή.
«Έγινε κάτι; Έκανα κάτι εγώ;» στο άκουσμα της λέξης «εγώ» ο Πίτερ σφίγγει με δύναμη τα χαρτιά που κρατά στα χέρια του. Είναι ξεκάθαρο ότι προσπαθεί να καταπιέσει το θυμό και τα νεύρα του, όταν της απάντα κοφτά «κάθισε», δείχνοντας με το χέρι του τον καναπέ που βρισκόταν δίπλα της, εκείνος επιλέγει να καθίσει απέναντι της, στην πολυθρόνα που υπάρχει εκεί.
«Γιατί δεν έκατσε δίπλα μου;» είναι η πρώτη σκέψη της καθώς παρατηρεί για πρώτη φορά τα χαρτιά που ο Πίτερ έχει στα χέρια, δεν μπορεί όμως να δει τι είναι.

«Δεν μου λες Κέλη, να σου κάνω μια ερώτηση, αλλά θέλω την αλήθεια. Που βρήκες τα στοιχεία για την υπόθεση;»
«Σου είχα εξηγήσει και τότε βρε Πίτερ. Μια φίλη μου, είχε κάποιες διασυνδέσεις με μια ομάδα ατόμων, μέσα στην ομάδα αυτή ήταν και η γυναίκα του πελάτη μας. Γιατί με ρωτάς τώρα κάτι τέτοιο; Γιατί έχεις αυτό το ύφος;»
«Άσε το ύφος μου κατά μέρος και απάντησε μου!»
«Σου απάντησα! Τι άλλο θέλεις να σου πω;»
«Δηλαδή, εσύ, δεν έχεις καμία σχέση με τέτοιες ομάδες ατόμων; Έτσι δεν είναι;»
«Παλάβωσες βρε ματάκια μου; Τι είναι αυτά που μου λες; Αλλά ακόμα κι αν είχα, πιστεύεις ότι είμαι τόσο ηλίθια, ώστε να βγω στο δικαστήριο και να παρουσιάσω τα στοιχεία; Θα έθετα σε κίνδυνο όλη την υπερασπιστική γραμμή μας! Αυτό ήταν; Ο εισαγγελέας ισχυρίζεται κάτι τέτοιο; Α τον αχρείο! Κι εσύ τον πίστεψες;!»

Ο Πίτερ δεν απαντά, φέρει τα χαρτιά σε σημείο που να μπορεί να διαβάσει το κείμενο, αλλά ταυτόχρονα τα προστατεύει με τέτοιο τρόπο ώστε να μην μπορεί εκείνη να δει το περιεχόμενο και αρχίζει να διαβάζει
«Αν ξέρεις πώς να υποτάξεις μια γυναίκα, είμαι έτοιμη να σου δοθώ και να κάνω ότι εσύ θέλεις αφέντη»
«Τι είναι αυτό;»
«Δεν ξέρεις τι είναι; Δεν το έχεις ξανακούσει ποτέ; Μήπως τουλάχιστον γνωρίζεις ποια είναι αυτή στις φωτογραφίες;»
και πετά στο τραπεζάκι τα χαρτιά που κρατούσε τόση ώρα με ευλάβεια στα χέρια. Εκείνη τα παίρνει στα χέρια της… Δεν μπορεί να πιστέψει αυτό που βλέπει. Τα μάτια της πλημμυρίζουν με δάκρυα, τα χέρια της αρχίζουν να τρέμουν, καθώς τον ακούει να λέει
«Νομίζω ότι εμείς οι δύο τελειώσαμε, ελπίζω να σου έχει απομείνει λίγο φιλότιμο και να παραιτηθείς από την εταιρία χωρίς να απαιτείς αποζημίωση»
«Πίτερ»
καταφέρνει να ψελλίσει, καθώς βρίσκεται σε κατάσταση σοκ «να σου εξηγήσω, δεν…δεν…»
«Είσαι εσύ γυμνή, σε μια δεκάδα αγγελίες ζητώντας αφέντη, θα μου πεις τώρα ότι δεν είναι αυτό που νομίζω; Δεν ήμουν αρκετά καλός μαζί σου; Μήπως θέλεις να αρχίσω να σε χτυπάω για να νιώσεις γυναίκα!;» μην αντέχοντας άλλο τα νευρά του, σηκώνεται από την πολυθρόνα και πηγαίνει προς το παράθυρο.
«Σε ικετεύω δώσε μου 2 λεπτά μονάχα, να σου εξηγήσω, μετά πέταξε με έξω, σε παρακαλώ!»
«Μάζεψε τα πράγματα σου και εξαφανίσου! Όλες ίδιες πουτάνες είστε! Δεν έχουμε τίποτα να πούμε! Δίνε του!»
Εκείνη με τα μάτια της να τρέχουν σαν βροχή πέφτει στα πόδια του και με μια κραυγή του φωνάζει
«Σε παρακαλώ! Δύο λεπτά μονάχα! Άκουσε με!»

- Συνεχίζεται… [Κλικ Εδώ]

VN:F [1.9.22_1171]
Σας άρεσε αυτό που διαβάσατε; Με πόσα αστέρια το βαθμολογείτε;
Rating: 8.2/10 (16 votes cast)
VN:F [1.9.22_1171]
Rating: 0 (from 6 votes)

Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

 
2

Κι όμως, την αγαπώ ακόμα… [Part 30]

Posted by gtm on Nov 4, 2009 in «Κι όμως, την αγαπώ ακόμα...»
Κι όμως, την αγαπώ ακόμα…

Κι όμως, την αγαπώ ακόμα…

Ο Λέτοφ που παρακολουθεί τη σκηνή, γνωρίζοντας τη δύναμη που έχει ο πατέρας του Μαϊκλ καθώς και το γεγονός ότι η σύλληψη του δεν έχει καμιά βάση, προσπαθεί να προλάβει τα χειρότερα.

«Αν μην είμαστε υπερβολικοί, είμαι σίγουρος ότι ο κύριος Μίλλερ θέλει να μας βοηθήσει στις έρευνες μας, η κίνηση που έκανε ήταν γιατί αισθάνθηκε την ανάγκη να προστατεύσει την κοπέλα. Σας διαβεβαιώνω όμως, δεν υπήρχε λόγος για μια τέτοια κίνηση, δεν είμαστε τραμπούκοι, αστυνομικοί είμαστε και προσπαθούμε να κάνουμε τη δουλειά μας όσο το δυνατόν καλύτερα»
«Μην τα λες σε μένα, στο συνάδελφο σου πες τα!»

Ο Άντερσον, αντιλαμβανόμενος ότι δεν έχει τίποτα να κερδίσει με τη σύλληψη του Μαϊκλ, του βγάζει τις χειροπέδες και φανερά ποιο ήρεμος, μετά την παρέμβαση του υπαστυνόμου, προσπαθεί να βρει τρόπο να τον πιέσει, έτσι ώστε να μάθει τι γνωρίζει για τους κάλυκες.

Το κείμενο αυτό είναι μια ιστορία
σε εξέλιξη. Για να διαβάσετε τα
άλλα κομμάτια κάντε κλικ
στο αντίστοιχο νούμερο:
[1] [2] [3] [4] [5] [6] [7] [8] [9] [10]
[11] [12] [13] [14] [15] [16] [17]
[18] [19] [20] [21] [22]
[23] [24] [25] [26] [27]
[28] [29] [30] [31]

Ζητά συγνώμη για τη συμπεριφορά του και προσπαθεί με διάφορες ερωτήσεις αρχικά να καταλάβει γιατί βρίσκετε στο σπίτι με την Έμιλη και για ποιο λόγο έσκαβε στον κήπο μέσα στην νύχτα. Ο Μαϊκλ από την πλευρά του, που σε άλλη περίπτωση θα ήταν απόλυτα συνεργάσιμος με την αστυνομία, έχει εκνευριστεί πάρα πολύ. Αρνείται να απαντήσει σε οποιαδήποτε ερώτηση, είναι επιθετικός και εριστικός με τον Άντερσον.

Αφού ολοκληρώνεται η έρευνα στο σπίτι και μην έχοντας βρει τίποτα το ύποπτο οι αστυνομικοί, καληνυχτίζουν το ζευγάρι και φεύγουν. Επιστρέφοντας μέσα στο σπίτι ο Μαϊκλ προσπαθεί να βάλει σε μια σειρά τα γεγονότα. Βασανίζεται από την ιδέα ότι μπορεί, ο Νικ τελικά να είναι ο δολοφόνους του Σμιθ και το χειρότερο, ότι η Έμιλη τον καλύπτει.

«Τελικά εμείς τι ψάχναμε στον κήπο;»
«Δεν ξέρω, πραγματικά, δεν ξέρω»
«Σε τι είναι μπλεγμένος ο αδερφός σου Έμιλη; Γιατί δε μου μιλάς;»
«Δεν ξέρω σου λέω! Δεν ξέρω! Δεν θέλω να ξέρω!!»
τα ματιά της βουρκώνουν, κάθεται στον καναπέ που είναι δίπλα της και με τα χέρια κρύβει το πρόσωπο της, δεν θέλει ο Μαϊκλ να δει τα βουρκωμένα μάτια της.
«Ειλικρινά δεν ξέρω πλέον μέχρι που είναι ικανός να φτάσει, μετά από αυτό που έγινε με τον Έρικ…» μόλις αναφέρει αυτό το όνομα δαγκώνετε.
«Ποιος είναι ο Έρικ;» ρωτά με απορία εκείνος.
«Τίποτα, τίποτα ξέχασε το, βλακείες λέω, είμαι ακόμα από το σοκ» προσπαθώντας να μπαλώσει την προηγούμενη φράση της, κάνει τα πράγματα ακόμα χειρότερα, είναι πλέον προφανές, ότι η ιστορία με τον Έρικ, είναι κάτι που εκείνη δεν ήθελε να μάθει ο Μαϊκλ.
«Λοιπόν; Θα μου πεις;» την ρωτά ξανά και η έκφραση του δείχνει έναν άνδρα ενοχλημένο, προβληματισμένο, αλλά πάνω από όλα αποφασισμένο. Θέλει να μάθει ποια είναι η ιστορία που κρύβεται πίσω από αυτό το όνομα. Εκείνη βλέποντας ότι ο Μαϊκλ δεν θα κάνει πίσω αν δε μάθει, αρχίζει να του εξιστορεί τα γεγονότα.

Ο Έρικ ήταν μπάρμαν σε ένα από τα μαγαζιά του αδερφού της, η Έμιλη τότε σύχναζε εκεί. Στα 16 της ήταν η πρώτη φορά που τον αντίκρισε, γοητευμένη από το ενδιαφέρον που της έδειχνε, δεν άργησε να πέσει στην αγκαλιά του. Η Πατρίτσια τους είδε μια βραδιά στο bar, σε τρυφερό τετ α τετ και δεν άργησε ενημερώσει το Νικ. Εκείνος, αρχικά αντέδρασε, αλλά βλέποντας την αδερφή του πόσο χαρούμενη και ευτυχισμένη ήταν, αποφάσισε να την αφήσει ελεύθερη να ζήσει τον έρωτα της. Ήταν εκείνος που ένα βράδυ Σαββάτου την έκανε γυναίκα, το ομορφότερο βράδυ της ζωής της όπως συνήθιζε να λέει, όμως σύντομα όλα θα άλλαζαν δραματικά.

Ο Έρικ άρχισε να αλλάζει. Όλα του έφταιγαν, όλα τον ενοχλούσαν πάνω της, την έβαλε να αλλάξει χρώμα στα μαλλιά της, σταμάτησε να βλέπει τους φίλους της μετά από δική του απαίτηση. Άλλαξε μέχρι και το νούμερο στο κινητό, γιατί ένας πρώην της είχε στείλει μήνυμα να βρεθούν για καφέ. Ότι όμως κι αν έκανε, δεν μπορούσε να γλυτώσει από την απίστευτη ζήλεια του. Όσο ο καιρός περνούσε μεγάλωνε, είχε πλέον μεταμορφωθεί από χαριτωμένο κοριτσάκι, σε μια πολύ όμορφη γυναίκα,  όπου κι αν πήγαινε τα κεφάλια γύρναγαν να την κοιτάξουν, αλλά εκείνη δεν ενδιαφερόταν για κανένα άλλο. Τον αγαπούσε, τον αγαπούσε πιο πολύ κι από την ίδια της τη ζωή. Το μόνο που ήθελε, ήταν να τον κρατά σφιχτά στην αγκαλιά της και να κάνουν για ώρες βόλτα με την μηχανή μεγάλου κυβισμού που είχε.

Στη διάρκεια της περιγραφής όλων αυτών, ο Μαϊκλ έχει αρχίσει να νιώθει άβολα, ένα περίεργο αίσθημα ζήλειας για τον Έρικ έχει αρχίσει να κατακλύζει τις σκέψεις του. Όσο η Έμιλη μιλάει για αυτόν, εκείνος μπορεί να διακρίνει στα μάτια της την αγάπη που ακόμα του έχει, αυξάνοντας έτσι την ένταση της ζήλειας του, έχει φτάσει σε τέτοιο βαθμό, που δεν αντέχει και την διακόπτει.
«Και γιατί δεν είστε ακόμα μαζί, αφού ήταν τόσο υπέροχος;»

Τα μάτια της τότε βουρκώνουν, σταματά για λίγο να μιλά και χαμηλώνει το βλέμμα.
«Σ’ αγαπώ! Το ξέρεις; Το έχεις καταλάβει πόσο σ’ αγαπώ;»
Ο Μαϊκλ νιώθει μπερδεμένος, δεν είναι αυτή η απάντηση που περίμενε. Αυτό που διαισθάνεται όμως, είναι πως εκείνη τον αγαπά και πως η ιστορία του Έρικ είναι κάτι που έχει σημαδέψει τη ζωή της αγαπημένης του.
«Συγνώμη, δεν ήθελα να σε στενοχωρήσω, συνέχισε σε παρακαλώ, θέλω να μάθω»
Αφού σκουπίζει λίγο τα μάτια της, που έχουν πλημμυρίσει με δάκρυα, εκμυστηρεύεται στον Μαϊκλ ότι ο Έρικ την είχε χτυπήσει πάνω στην έξαρση της ζήλιας του δύο φορές. Την δεύτερη φορά, ο Νικ είδε τα σημάδια πάνω της, επιβεβαιώνοντας αυτό που από καιρό είχε καταλάβει, ότι η αδερφή του περνούσε άσχημες ώρες.

Τότε ήταν η πρώτη φορά που η Έμιλη κατάλαβε μέχρι που ήταν ικανός ο Νικ να φτάσει. Άρπαξε τον Έρικ και άρχισε να τον χτυπά, τον χτύπησε τόσο πολύ, που αν δεν τον είχε σταματήσει ο Ρόναλτ που ήταν κοντά στη σκηνή, ο Έρικ μπορεί να ήταν και νεκρός σήμερα.

«Δύο μήνες στο νοσοκομείο έμεινε και δεν με άφησε ούτε να πάω να τον δω. Από τότε μου συμπεριφέρεται σαν φυλακισμένη, δε με αφήνει να κάνω βήμα χωρίς αυτόν ή κάποιον έμπιστό του. Έμμονη ιδέα του έχει γίνει ότι ακόμα βλεπόμαστε με τον Έρικ. Μόνο μαζί σου ήταν τόσο ανεχτικός από την αρχή, δεν μπόρεσα ποτέ να το καταλάβω αυτό. Πως κατάφερες να τον κάνεις να σε εμπιστευτεί ακόμα απορώ!»

Ο Μαϊκλ βλέποντας ότι η Έμιλη είναι πολύ έντονα συναισθηματικά φορτισμένη αποφασίζει να σταματήσει την κουβέντα. Παίρνει την αγαπημένη του αγκαλιά και της δίνει μερικά γλυκά φιλιά στα μάγουλα, ακριβώς κάτω από τα μάτια, σαν να προσπαθεί με τα χείλη του, να σβήσει από το πρόσωπο της τα δάκρυα και μαζί μ’ αυτά, τη θλίψη που έχει καταβάλει την ψυχή της.

Η ώρα είναι σχεδόν 6 το πρωί όταν η Κέλη αποφασίζει να σηκωθεί από το κρεβάτι και να μαζέψει τα χαρτιά της δικογραφίας, που βρίσκονται σκορπισμένα παντού. Ο καλός της Πίτερ ακόμα κοιμάται. Εκείνη προσπαθεί να μην κάνει θόρυβο, για να μην τον ενοχλήσει. Δεν έχουν περάσει πολλές ώρες από τη στιγμή που τελικά τους πήρε  ο ύπνος αγκαλιασμένους. Όμως, εκείνη δε θα μπορούσε να μην ξυπνήσει, το βιολογικό της ρολόι είναι πάντα σωστά ρυθμισμένο, ιδικά όταν πρόκειται για δουλειά. Σπάνια χρειάστηκε στη ζωή της ξυπνητήρι, από μικρό παιδί είχε μάθει να προγραμματίζει τον εαυτό της στο θέμα του ύπνου.

Όταν αποφασίζει να μιλήσει στον Πίτερ η ώρα έχει φτάσει 7.
«Ξύπνα υπναρά! 7 πήγε η ώρα, έχω πάρει τηλέφωνο να μας φέρουν καφέ, σε λίγο θα είναι εδώ, άντε πήγαινε να ρίξεις λίγο νερό στο πρόσωπο σου» είναι ευτυχισμένη. Αυτό μπορεί εύκολα κάποιος να το καταλάβει ακόμα κι από τη χροιά που έχει η φωνή της αλλά κι εκείνος δείχνει να μην έχει μετανιώσει για τίποτα από αυτά που έγινα το προηγούμενο βράδυ. Καθώς κάθονται και συζητούν περί ανέμων και υδάτων το τηλέφωνο του Πίτερ χτυπά.

«Έλα Κρίστοφερ, καλημέρα»
«Που είσαι; Πέρασα από το δωμάτιο σου και δεν σε βρήκα εκεί!»
«Είμαι με την Κέλη, πίνουμε καφέ»
«Ωχ! Πρέπει οπωσδήποτε να σου μιλήσω, έρχομαι απ’ εκεί»

Κλείνοντας το τηλέφωνο απορημένος από την συμπεριφορά του φίλου και συνεργάτη του, προσπαθεί να καταλάβει τι είναι αυτό το τόσο επείγων που έχει να του πει. Η Κέλη που βλέπει τον προβληματισμό του, τον ρωτά τι ήθελε ο Κρίστοφερ στο τηλέφωνο αλλά πριν προλάβει να της μιλήσει η πόρτα χτυπά. Γνωρίζοντας ποιος είναι, πάει εκείνος να ανοίξει.

«Πρέπει να σου μιλήσω ιδιαιτέρως!»
«Έλα μέσα να μιλήσουμε»
«Όταν λέω ιδιαιτέρως εννοώ ιδιαιτέρως!»
«Καλά, καλά. Κέλη φεύγω για λίγο, εσύ ετοιμάσου για το δικαστήριο, σήμερα είναι η μεγάλη μέρα, έχεις να παρουσιάσεις τα στοιχεία μην το ξεχνάς…»
Ο Κρίστοφερ τον τραβάει από το χέρι διακόπτοντας τον και τον βγάζει έξω από το δωμάτιο.
«Θα μου πεις τι τρέχει; Γιατί με τραβολογάς έτσι;»
«Όχι εδώ, μπορεί να μας ακούσει κανείς, πάμε στο δωμάτιο μου»
καθώς περπατάνε στο διάδρομο ο Πίτερ που αρχικά είχε πάρει για αστείο την συμπεριφορά του φίλου του, βλέποντας τον τόσο αναστατωμένο αρχίζει να ανησυχεί. Ο Κρις ήταν πάντα η ήρεμη δύναμη στη συνεργασία τους, σπάνια τον έβλεπε κανείς αγχωμένο. Μπαίνοντας στο δωμάτιο ο Πίτερ είναι πια σίγουρος ότι κάτι πολύ σοβαρό συμβαίνει.

«Καταστραφήκαμε!»
«Μίλα καθαρά ρε Κρις, τι είναι αυτά που μου λες;»
«Έμαθα τι είναι το κρυφό χαρτί του εισαγγελέα. Μας την έχουν στημένη, θα μας κάνουν κομμάτια μπροστά σε όλα τα τηλεοπτικά δίκτυα. Δε θα ξαναδούμε υπόθεση μετά από αυτή την ξεφτύλα! Κι όλα αυτά γιατί επέμενες να βασιστούμε στην έρευνα που έκανε αυτή η πουτάνα!»
«Τι είναι αυτά που λες ρε Κρις; Έχεις τρελαθεί; Μίλα καθαρά! Και πρόσεχε πως μιλάς για την Κέλη»
«Να προσέχω πως μιλάω; ΝΑ ΠΡΟΣΕΧΩ ΠΩΣ ΜΙΛΑΩ;! Άφησες το πουλί σου να μας παρασύρει στην καταστροφή και θα μου πεις να προσέχω πως μιλάω;!»
«Πες μου επιτέλους τι τρέχει!»
«Να ρε Μαλάκα τι τρέχει! Καμάρωσε το πουτανάκι σου!»

Ο Κρίστοφερ δίνει στον Πίτερ καμιά δεκαριά εκτυπωμένες αγγελίες από διάφορα site γνωριμιών με γυμνές φωτογραφίες της Κέλη και σε όλες το ίδιο περιγραφικό κείμενο «Αν ξέρεις πώς να υποτάξεις μια γυναίκα, είμαι έτοιμη να σου δοθώ και να κάνω ότι εσύ θέλεις αφέντη»

«Δεν είναι δυνατόν! Αποκλείεται! Δεν μπορώ να το πιστέψω! Δεν μπορεί να είναι αυτή η Κέλη»
«Είναι δυστυχώς! Τώρα ο εισαγγελέας θα μπορέσει άνετα να ισχυριστεί ότι όλα τα στοιχεία που έχουμε στα χέρια μας είναι κατασκευασμένα από το πουτανάκι και την παρέα του!»
«Δεν… δεν… είναι αλήθεια… δεν…»

- Συνεχίζεται… [Κλικ Εδώ]

VN:F [1.9.22_1171]
Σας άρεσε αυτό που διαβάσατε; Με πόσα αστέρια το βαθμολογείτε;
Rating: 9.9/10 (8 votes cast)
VN:F [1.9.22_1171]
Rating: +3 (from 3 votes)

Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

 
0

Κι όμως, την αγαπώ ακόμα… [Part 29]

Posted by gtm on Oct 30, 2009 in «Κι όμως, την αγαπώ ακόμα...»
Κι όμως, την αγαπώ ακόμα...

Κι όμως, την αγαπώ ακόμα…

Στο αυτοκίνητο η Έμιλη έχει το κινητό στα χέρια της που τρέμουν και προσπαθεί να πάρει τηλέφωνο.
«Ποιόν παίρνεις;» ρωτά με αγωνία, καθώς βλέπει την αγαπημένη του να τρέμει.
«Τον αδερφό μ… Έλα Νικ με ακούς;»
«Τι θες ρε Έμιλη, ετοιμάζομαι να μπω στο αεροπλάνο, ίσα που με πρόλαβες πριν κλείσω το τηλέφωνο»
«Να, ήρθε ο Μαϊκλ από το σπίτι για να κανονίσουμε για αύριο, για τα έπιπλα! Λέμε να πάμε μέχρι το σουπερ μάρκετ, να πάρουμε τίποτα για να του κάνω το τραπέζι, οκ;»
«Έχεις χαζέψει τελείως; Με πήρες να μου πεις αυτό το πράγμα;»
«Ε, ναι, γιατί αν με έπαιρνες στο σπίτι και δε με έβρισκες; Να μην αναστατωθείς άδικα»
«Είσαι βλαμμένη πάει τελείωσε, κλείνω τώρα γιατί μπαίνω στο αεροπλάνο και πρέπει να απενεργοποιήσω το τηλέφωνο μου, τα χαιρετίσματα μου στον Μαϊκλ»
«Οκ, γεια»
Ένας βαθύς αναστεναγμός βγαίνει από μέσα της τη στιγμή που κλείνει το τηλέφωνο.
«Μωρό μου; Θα μου πεις τι τρέχει τώρα; Γιατί όλος αυτός ο πανικός;»

Το κείμενο αυτό είναι μια ιστορία
σε εξέλιξη. Για να διαβάσετε τα
άλλα κομμάτια κάντε κλικ
στο αντίστοιχο νούμερο:
[1] [2] [3] [4] [5] [6] [7] [8] [9] [10]
[11] [12] [13] [14] [15] [16] [17]
[18] [19] [20] [21] [22]
[23] [24] [25] [26] [27]
[28] [29] [30] [31]

Εκείνη αρχίζει να του λέει ποια είναι η Πατρίτσια, εξηγώντας του παράλληλα ότι προσπαθεί να επικοινωνεί με τον αδερφό της σε κάθε ευκαιρία που της δίνετε. Είναι λοιπόν σίγουρη, ότι θα πάρει τηλέφωνο να του πει για τη συνάντηση που είχαν, για αυτό και πήρε τον αδερφό της. Για κάποιο λόγο όμως, η Έμιλη σε αυτά που λέει, δεν αναφέρει το περιστατικό από το παρελθόν, όπου η Πατρίτσια είχε αποκαλύψει το δεσμό της στο Νικ.

Μια ώρα μετά, ο Νικ έχει φτάσει στον προορισμό του και πριν πάει να παραλάβει τις αποσκευές του ανοίγει ξανά το τηλέφωνο του. Ελάχιστα δευτερόλεπτα μετά, λαμβάνει ειδοποίηση ότι η Πατρίτσια τον έχει καλέσει 15 φορές.
«Τι να θέλει πάλι η τρελή» τη σκέψη του αυτή διακόπτει ο ήχος από το κινητό του που χτυπά, είναι εκείνη.
«Έλα ρε Πατρίτσια τι θέλεις;»
«Μη μου μιλάς απότομα μωρό μου, εγώ πήρα να σου πω για την αδερφή σου, για να μην ζεις στο σκοτάδι»
«Πρώτον δεν είμαι το μωρό σου και δεύτερον τι έγινε με την αδερφή μου τι εννοείς;»
«Την είδα με κάποιον Μαϊκλ, στο σούπερ μάρκετ, μου είπε ότι είναι φίλος σου, η μικρή ψεύτρα!»
«Ρε Πατρίτσια αϊ παράταμε, ναι φίλος μου είναι, μην μου σπας τα νεύρα με τις μαλακίες σου και μην με ξαναπάρεις»
και της κλείνει το τηλέφωνο.
«Μα, μα, αφού τους είδα να φιλιούνται» μονολογεί παραπονεμένη.

Πριν ο Νικ προλάβει να το βάλει στην τσέπη, το κινητό χτυπά ξανά, εκείνος αγριεμένος απαντά.
«Σου είπα μην με ξαναπάρεις, δεν νιώθεις;»
«Είσαι σίγουρος ότι δε θες να ακούς τη φωνή μου; Δεν είναι τρόπος αυτός να μιλάς στο φύλακα άγγελό σου!»
ακούγετε μια αντρική φωνή να του λέει από την άλλη πλευρά.
«Έλα ρε, συγνώμη, μια καριόλα δε με αφήνει σε ηρεμία, αλλά τι τρέχει; Γιατί με παίρνει τέτοια ώρα;»
«Έμαθα κάτι, κάτι που κοστίζει πολλά!»
«Ξέρεις ότι πάντα πληρώνω και μάλιστα πάρα πολύ καλά»
«Αυτή η πληροφορία θα σου στοιχίσει τα διπλά και πίστεψε με αξίζει μέχρι το τελευταίο ευρώ»
«ΟΚ, σου έχω εμπιστοσύνη, λέγε!»
«Ο Άντερσον έβγαλε ένταλμα έρευνας για ναρκωτικά στο σπίτι σου, μετά από κάρφωμα που έκανε ένα πρεζόνι, αλλά το θέμα δεν είναι αυτό. Έχει μια πληροφορία, ότι οι κάλυκες από τη δολοφονία του Σμιθ, είναι θαμμένοι στην κήπο σου, κάτω από το μεγάλο δέντρο»
«Δεν είναι δυνατόν! Από πού είναι αυτή η πληροφορία, έμαθες;»
«Δεν ξέρω φαίνεται πως είναι από κάποιο ανώνυμο τηλεφώνημα»
«Τα κωλόπαιδα, πάνε να με μπλέξουν άσχημα! Ευχαριστώ για την πληροφόρηση, για μια ακόμα φορά είσαι άψογος»

Καθώς ο Νικ κλείνει το τηλέφωνο σκέπτεται για λίγο και στη συνέχεια παίρνει την αδερφή του. Η Έμιλη είναι στο σπίτι με τον Μαϊκλ, μαγειρεύουν, το τηλέφωνο της χτυπά και εκείνη βλέπει ότι η κλήση είναι από τον αδερφό της. Το μυαλό της πάει στη συνάντηση που είχε νωρίτερα στο σούπερ μάρκετ και κρύος ιδρώτας λούζει το κορμί της.

«Παρακαλώ;» Απαντά με διστακτική, σχεδόν τρεμάμενη φωνή.
«Έμιλη ο Νικ είμαι, χωρίς να ρωτάς το πώς και το γιατί, πήγαινε στον κήπο κάτω από το μεγάλο δέντρο, δες αν κάπου εκεί είναι ανακατεμένο πρόσφατα το χώμα και σκάψε. Ότι είναι θαμμένο εκεί πάρτο, εξαφάνισε το και φύγε το συντομότερο από το σπίτι, πες στον Μαϊκλ να σε φιλοξενήσει για ένα βράδυ, δε θα έχει πρόβλημα πιστεύω.»
«Μα, γιατί; Τι έγινε; Τι τρέχει;»
«Κάνε ότι σου λέω! Δεν έχουμε πολύ χρόνο»

Η Έμιλη φανερά ανήσυχη κλείνει το τηλέφωνο και εξηγεί στον Μαϊκλ πως έχει η κατάσταση. Φτάνοντας στον κήπο, ένα σημείο ακριβώς κάτω από το δέντρο ξεχωρίζει, φαίνεται το χώμα έχει πρόσφατα σκαφτεί. Ο Μαϊκλ παίρνει μια τσάπα από τα εργαλεία του κηπουρού και αρχίζει να σκάβει. Έχει φτάσει σε ένα βάθος περίπου 30 πόντους, όταν συνειδητοποιεί ότι από εκεί και κάτω το χώμα είναι σκληρό, ότι κι αν είχε στο μυαλό του ο Νικ, όταν έλεγε ότι κάτι υπάρχει εκεί, θα πρέπει να είναι στο χώμα που μόλις έβγαλε. Βλέποντας την Έμιλη να τρέμει από νευρικότητα, αφήνει την τσάπα και ψάχνει μες στο χώμα με τα χέρια, αλλά τίποτα. Δεν υπάρχει τίποτα εκεί, μονάχα χώμα. Η Έμιλη παίρνει το Νικ τηλέφωνο.

«Νικ, δεν υπάρχει τίποτα εκεί που μου είπες»
«Τίποτα; Είσαι σίγουρη; Κοίταξες καλά;»
«Ναι σου λέω, αποκλείετε να ήταν κάτι και να μην το είδαμε»
«Πάρε το Μαϊκλ και φύγετε από το σπίτι τώρα αμέσως»

Υπακούοντας στην εντολή από τον αδερφό της, παίρνει το Μαϊκλ και κατευθύνονται προς την μεγάλη καγκελόπορτα που οδηγεί στο δρόμο μπροστά από το σπίτι.

Πίσω στο ξενοδοχείο η Κέλη με τον Πίτερ βρίσκονται αγκαλιασμένοι πάνω στο κρεβάτι, ένα χάος από χαρτιά, φακέλους και φωτογραφίες υπάρχει γύρω τους αλλά εκείνοι δείχνουν να μην νοιάζονται. Λες και μόλις επέστρεψαν από ένα υπέροχο ταξίδι, με την ευτυχία να είναι ζωγραφισμένη στα πρόσωπα τους. Η Κέλη έχει χωθεί μέσα στην αγκαλιά του σαν μικρό παιδί που κρυώνει, κι εκείνος την κρατά με στοργή.

«Από την πρώτη στιγμή που σε είδα να μπαίνεις στο γραφείο, φανταζόμουν αυτή τη στιγμή» και η φωνή του ηχεί στα αφτιά της σαν γλυκιά μελωδία
«Γιατί δεν είπες τίποτα τόσο καιρό;»
«Όταν αναλάβαμε το γραφείο από τους γονείς μας, εγώ κι ο Κρίστοφερ, κάναμε μια συμφωνία. Για να μην υπάρξουν προβλήματα στη λειτουργία του γραφείου, δε θα μπλέκαμε ερωτικά με καμία υπάλληλο ή πελάτισσα»
«Α, μάλιστα, τώρα εξηγούνται πολλά. Τώρα τι άλλαξε;»
«Εσύ, μετά που θα τελειώσουμε από τη δίκη, δε θα είσαι πλέον υπάλληλος, αλλά συνεργάτης. Εξάλλου έχω μιλήσει με τον Κρις και του έχω πει πως νιώθω για σένα, μου έχει δώσει το πράσινο φώς. Άλλωστε, σε όλους τους κανόνες πρέπει να υπάρχει και εξαίρεση. Ιδικά αν η εξαίρεση είναι ένας άγγελος σαν εσένα!»
«Αλήθεια το λες;»
τον ρωτά και τον κοιτά στα μάτια, σαν να περιμένει όχι να ακούσει το σ’ αγαπώ, αλλά να το δει στα μάτια του.

Εκείνος δεν της απαντά, ανασηκώνετε, της χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά, την κοιτά βαθειά στα μάτια. Εκείνη σαν υπνωτισμένη δείχνει γαλήνια και ευτυχισμένη. Ο Πίτερ της έχει απάντηση στην ερώτηση, ακριβώς με τον τρόπου που περίμενε ότι θα το κάνει. Πλησιάζοντας αργά τα χείλη της στο λαιμό του, του δίνει ένα φιλί και του ψιθυρίζει «σε θέλω».

Από την άλλη ο Μαϊκλ με την Έμιλη κλειδώνουν την πόρτα του κήπου και βρίσκονται και οι δύο με πλάτη στο δρόμο, όταν ακούγετε πίσω τους μια φωνή. «Καλησπέρα σας, μπα τι βλέπω; Κι εσείς εδώ κύριε Μίλλερ;» Είναι ο ντεντέκτιβ Άντερσον και στα χέρια του κρατά το ένταλμα έρευνας για το σπίτι.

Εξηγεί  το λόγο της παρουσίας του εκεί και ζητά από το ζευγάρι, να περιμένει μαζί με τον υπαστυνόμο Λέτοφ, κατά την διάρκεια εκτέλεσης του εντάλματος. Η Έμιλη παραδίδει τα κλειδιά της στον Άντερσον ο οποίος δεν ασχολείται καν με το σπίτι, δίνει τα κλειδιά σε δύο άλλους και τους ζητά να το ψάξουν, αυτός μαζί με ένα ακόμα αστυνομικό, αναζητούν το δέντρο που του έχει πει ο μυστηριώδεις τύπος στο τηλέφωνο.

Φτάνοντας κάτω από το δέντρο βλέπει την τσάπα πεταμένη στο πλάι και την τρύπα κάτω από το δέντρο. Φανερά εκνευρισμένος, αντιλαμβάνεται ότι υπάρχει κάποιος στο τμήμα που ενημέρωσε για το ένταλμα τον Νικ. Σίγουρος πια, πως η Έμιλη έχει βρει τους κάλυκες και τους έχει κρύψει μετά από εντολή του αδερφού της, κατευθύνεται προς εκείνη με άγριες διαθέσεις.

«Πού είναι οι κάλυκες;»
«Τι είναι αυτά που λες; Για ποιους κάλυκες μιλάς; Δεν καταλαβαίνω;»
«Ξέρεις πολύ καλά τι σου λέω!»
Της λέει και κάνει μια κίνηση προς το μέρος της σαν να θέλει να την χτυπήσει. Εκείνη τη στιγμή ο Μαϊκλ μπαίνει ανάμεσα τους και με τα χέρια του ακουμπά στο στήθος τον Άντερσον λέγοντας του
«Ηρεμίστε ντετέκτιβ, είμαστε εδώ και θα συνεργαστούμε μαζί σας σε ότι θέλετε»
Εκείνος, βλέπει τα χέρια του Μαϊκλ που είναι ακόμα βρώμικα από το χώμα και αντιλαμβάνεται πως εκείνος είναι που έσκαψε. Με μια κίνηση αρπάζει το χέρι του, το φέρνει στην πλάτη και περνώντας του τις χειροπέδες του λέει
«κ. Μίλλερ συλλαμβάνεστε για αντίσταση κατά της αρχής, παρεμπόδιση εκτέλεσης εντάλματος έρευνας. Έχετε το δικαίωμα …»

- Συνεχίζεται… [Κλικ Εδώ]

VN:F [1.9.22_1171]
Σας άρεσε αυτό που διαβάσατε; Με πόσα αστέρια το βαθμολογείτε;
Rating: 9.1/10 (11 votes cast)
VN:F [1.9.22_1171]
Rating: +2 (from 2 votes)

Tags: , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , , ,

Copyright © 2016 GTM All rights reserved.
desk-mess-mirrored v

web analytics